Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014




Το Ευαγγέλιο της Κυριακὴς 9 Νοεμβρίου 2014 (Θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου) -

Κατά Λουκάν Η' 41-56

  
 
"Καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ οὗτος ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ο δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ. Ιδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ο δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ο δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Ελθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. Έκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός."

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα
Και ιδού, ήλθε κάποιος άνθρωπος, ονόματι Ιάρειος, ο οποίος ήτο και άρχων της συναγωγής. Και αφού έπεσεν εις τα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να μεταβή στο σπίτι του, διότι η μονογενής κόρη, την οποίαν είχε, δώδεκα περίπου ετών, ήτο ετοιμοθάνατος. Καθώς δε ο Ιησούς επήγαινεν στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη τον επίεζαν με τον συνωστισμόν των. Και μια γυναίκα, που από δώδεκα έτη υπέφερε από αιμοραγίαν και η οποία είχε εξοδέψει όλην την περιουσίαν της εις ιατρούς, χωρίς να μπορέση να θεραπευθή από κανένα, επλησίασε πίσω από τον Ιησούν, ήγγισε την άκρη από το ιμάτιόν του και αμέσως εσταμάτησε η αιμοραγία της. Και είπεν ο Ιησούς· “ποιός είναι αυτός, που με ήγγισε;” Επειδή δε όλοι ηρνούντο, είπεν ο Πετρος και οι μαθηταί που ήσαν μαζή του· “διδάσκαλε, τα πλήθη σε στενοχωρούν και σε πιέζουν ολόγυρα και συ λέγεις ποιός με ήγγισε;” Ο δε Ιησούς είπε· “κάποιος με ήγγισε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι δύναμις θαυματουργική εβγήκε από εμέ”. Η δε γυναίκα, όταν είδε ότι δεν εξέφυγε από την προσοχήν του Ιησού, τρέμουσα από φόβον και ευλάβειαν ήλθε, έπεσε γονατιστή εμπρός του και διηγήθηκε εις αυτόν και εμπρός εις όλον το πλήθος την αιτίαν, δια την οποίαν τον ήγγισεν, όπως επίσης και το γεγονός, ότι εθεραπεύθηκε αμέσως. Ο δε Ιησούς της είπε· “θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε ειρηνική και χαρούμενη, χωρίς την ανησυχίαν και την θλίψιν που είχες προηγουμένως από την ασθένειάν σου”. Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγων εις αυτόν, ότι “πέθανε η κόρη σου, μη ενοχλείς και μη βάζεις εις κόπον τον διδάσκαλον”. Ο Ιησούς όμως, όταν ήκουσε την είδησιν, είπεν στον αρχισυνάγωγον· “μη φοβείσαι, μόνον πίστευε και θα σωθή η κόρη σου”. Όταν δε ήλθε στο σπίτι, δεν αφήκε κανένα να μπη, ει μη μόνον τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα. Έκλαιαν δε όλοι και οδυρόμενοι εκτυπούσαν τας κεφαλάς και τα στήθη των δια την νεκράν. Ο δε Ιησούς είπε· “μη κλαίετε· δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. Και τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν καλά, ότι η κόρη είχε πεθάνει. Αυτός όμως έβγαλε όλους έξω, επιασε το χέρι της και εφώναξε λέγων· “Κορη, σήκω επάνω”. Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε· και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάγη, δια να αναλάβη τελείως από την εξάντλησιν της ασθενείας που την οδήγησε στον θάνατον. Και έμειναν εκστατικοί και κατάπληκτοι οι γονείς αυτής. Ο δε Ιησούς παρήγγειλε εις αυτούς, να μη είπουν εις κανένα το γεγονός.




         Κήρυγμα π.Τύχωνος Κουτσοφιού
(Δημοσιεύθηκε στο Ενοριακό Περιοδικό  "Ζωοδόχος Πηγη"                                                           Ι.Ν. Ζωοδόχος Πηγής Χατζηκυριακείου Πειραιώς (Νοέμβριος 2014, τεύχος 4ο «Εν αρχή»)

Πριν να αναστήσει ο Χριστός την κορούλα του αρχισυναγώγου Ιαείρου,θεράπευσε κάποια άλλη γυναίκα,που υπέφερε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία και είχε ξοδεύσει ανώφελα,όλη της τη περιουσία στους γιατρούς. Την ώρα που ο Χριστός πήγαινε για το σπίτι του Ιαείρου και ο όχλος τον έσπρωχνε και τον πίεζε περικυκλώνοντας Τον, η άγνωστη αυτή γυναίκα κατάφερε να τον πλησιάσει και με άκρα ευλάβεια να ακουμπήσει την άκρη του ρούχου Του. Την ώρα εκείνη ακριβώς θεραπεύθηκε. Σταμάτησε η αιμορραγία της.


        Ο Κύριος στάθηκε και ρώτησε τους μαθητές του «ποιος με άγγιξε;» . Κατάπληκτοι εκείνοι τον διαβεβαιώνουν, ότι ο κόσμος κοντεύει να τον συνθλίψει. Ο Διδάσκαλος όμως επιμένει, διότι ένιωσε δύναμη να βγαίνει από πάνω Του. Τη στιγμή εκείνη εμφανίζεται η άρρωστη γυναίκα τρέμοντας, και ομολογεί την αλήθεια. Ο Κύριος τότε την καθησύχασε λέγοντας της «η πίστη σου σε έσωσε...» και έτσι η γυναίκα αυτή απέκτησε την υγεία της. Και τη σωματική και την ψυχική.


Όλοι για τον Χριστό είχαν έρθει. Και ο όχλος και η άρρωστη γυναίκα. Μόνο αυτή όμως κατάφερε να τραβήξει το βλέμμα και την προσοχή του Χριστού και όχι μόνο αυτό, αλλά και να λάβει αυτό που ζητούσε, την θεραπεία. Αυτό είναι που κάνει τους μαθητές του Χριστού να απορούν. «διδάσκαλε, ο κόσμος σε έχει περικυκλώσει και σε συνθλίβει και εσύ λες, ποιος με άγγιξε;» «αισθάνθηκα...» λέει ο Ιησούς «...ότι βγήκε δύναμη από εμένα»



Ο Χριστός δεν είναι ένας μάγος, ένας θαυματοποιός που κάνει εντυπωσιακά γεγονότα για να αποκτήσει οπαδούς. Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωης και της Θείας Χάριτος η οποία δεν προσφέρετε με τη βία,με εξαναγκασμό αλλά αφού Του το ζητήσουμε και γίνουμε κατάλληλοι για να την δεχτούμε. Η άρρωστη λοιπόν γυναίκα είχε ετοιμάσει τον εαυτό της, τον είχε κάνει κατάλληλο για να δεχθεί τις δωρεές του Θεού. Πώς; Καλλιεργώντας μέσα της τον φόβο του Θεού, δηλαδή την ευλάβεια και την πίστη.



Έρχομαι τώρα σε εμάς. Εμείς οι Χριστιανοί, όταν πλησιάζουμε τον Χριστό – γιατί στη Θ.Λειτουργία ο Χριστός είναι πραγματικά παρών όπως λέμε και στην ευχή: «ο άνω το Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτος συνών» δηλαδή: είναι επάνω στον ουρανό και ταυτόχρονα αόρατα, αληθινά όμως εδώ ενώπιον μας- τις περισσότερες φορές φεύγουμε με άδεια τα χέρια, χωρίς τίποτα να έχουμε καταλάβει από τον Χριστό. Γιατί; γιατί ερχόμαστε σαν τον όχλο, απροετοίμαστοι και αδιάφοροι. Μιλάμε, συζητάμε ,γελάμε (και εμείς οι ιερείς ακόμα)! Αν όμως έχουμε αυτή την πίστη, αυτή την ευλάβεια της ασήμαντης γυναίκας του σημερινού ευαγγελίου και την βαθειά εκζήτηση της Θείας Χάριτος, θα ζήσουμε εμπειρίες μοναδικές. Θα βιώσουμε το θαύμα της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας.


Αυτή η εικόνα της γυναίκας που με ευλάβεια και πίστη ακουμπά το ρούχο του Χριστού και η άλλη του όχλου, να συνθλίβει, να σπρώχνει τον Χριστό, νομίζω πως πρέπει όλους να μας προβληματίσει. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν – και αυτό είναι το μήνυμα του σημερινού ευαγγελίου- να φεύγουμε από τη Θεία Λειτουργία όχι με άδεια χέρια, αλλά πλημμυρισμένοι με τη Χάρη του Θεού!
                                                          
π. Τύχων Κουτσοφιός


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.