Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013


Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

 

Ἀγαπητὰ πνευματικά μου παιδιά,
Τώρα ποὺ ἀκόμη ἔχω τὰ φρένας μου σώας θέλω νὰ σᾶς πῶ μερικὲς συμβουλές. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὅλο στὶς ἁμαρτίες ἤμουνα. Καὶ ὅταν μὲ ἔστελνε ἡ μητέρα μου νὰ φυλάω τὰ ζῶα στὸ βουνό, γιατί ὁ πατέρας μου, ἐπειδὴ ἤμασταν πτωχοὶ εἶχε πάει στὴν Ἀμερική, γιὰ νὰ ἐργαστεῖ στὴ διώρυγα τοῦ Παναμᾶ γιὰ ἐμᾶς τὰ παιδιά του, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκα τὰ ζῶα, συλλαβιστὰ διάβαζα τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου καὶ πάρα πολὺ ἀγάπησα τὸν Ἅγιο Ἰωάννη καὶ ἔκανα πάρα πολλὲς προσευχὲς σὰν μικρὸ παιδὶ ποὺ ἤμουν 12 – 15 χρονῶν, δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς καλά, καὶ θέλοντας νὰ τὸν μιμηθῶ μὲ πολὺ ἀγώνα ἔφυγα ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου κρυφὰ καὶ ἦλθα στὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὑποτάχτηκα σὲ δύο γέροντες αὐταδέλφους, Παντελεήμονα καὶ Ἰωαννίκιο. Μοῦ ἔτυχε νὰ εἶναι πολὺ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι καὶ τοὺς ἀγάπησα πάρα πολὺ καὶ γι’ αὐτό, μὲ τὴν εὐχή τους, τοὺς ἔκανα ἄκρα ὑπακοή. Αὐτὸ μὲ βοήθησε πάρα πολύ, αἰσθάνθηκα καὶ μεγάλη ἀγάπη καὶ πρὸς τὸν Θεό, καὶ πέρασα πάρα πολὺ καλά. Ἀλλά, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, ἀρρώστησα πολὺ καὶ οἱ Γέροντές μου μοῦ εἶπαν νὰ πάω στοὺς γονεῖς μου στὸ χωριό μου εἰς τὸν ἅγιο Ἰωάννη Εὐβοίας. Καὶ ἐνῶ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ εἶχα κάνει πολλὲς ἁμαρτίες, ὅταν ξαναπῆγα στὸν κόσμο, συνέχισα τὶς ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες μέχρι σήμερα ἔγιναν πάρα πολλές.


Ὁ κόσμος ὅμως μὲ πῆρε ἀπὸ καλὸ καὶ ὅλοι φωνάζουνε ὅτι εἶμαι ἅγιος. Ἐγὼ ὅμως αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ὅσα ἐνθυμόμουνα βεβαίως τὰ ἐξομολογήθηκα, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι γιὰ αὐτὰ ποὺ ἐξομολογήθηκα μὲ συγχώρησε ὁ Θεός, ἀλλὰ ὅμως τώρα ἔχω ἕνα συναίσθημα ὅτι καὶ τὰ πνευματικά μου ἁμαρτήματα εἶναι πάρα πολλὰ καὶ παρακαλῶ ὅσοι μὲ ἔχετε γνωρίσει νὰ κάνετε προσευχὴ γιὰ μένα, διότι καὶ ἐγώ, ὅταν ζοῦσα, πολὺ ταπεινὰ ἔκανα προσευχὴ γιὰ σᾶς, ἀλλὰ ὅμως τώρα ποὺ θὰ πάω γιὰ τὸν οὐρανὸ ἔχω τὸ συναίσθημα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μοῦ πεῖ: Τί θέλεις ἐσὺ ἐδῶ; Ἐγὼ ἕνα ἔχω νὰ τοῦ πῶ. Δὲν εἶμαι ἄξιος, Κύριε, γιὰ ἐδῶ, ἀλλὰ ὅτι θέλει ἡ ἀγάπη σου ἂς κάμει γιὰ μένα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν ξέρω τί θὰ γίνει. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐνεργήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ πάντα εὔχομαι τὰ πνευματικά μου παιδιὰ νὰ ἀγαπήσουν τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ μποῦμε στὴν ἐπίγειο ἄκτιστο ἐκκλησία Του. Γιατὶ ἀπὸ ἐδῶ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε. Ἐγὼ πάντα εἶχα τὴν προσπάθεια νὰ προσεύχομαι καὶ νὰ διαβάζω τοὺς Ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων μας καὶ εὔχομαι καὶ ἐσεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο. Ἐγὼ προσπάθησα μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν πλησιάσω τὸ Θεὸ καὶ εὔχομαι καὶ σεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο.
Παρακαλῶ ὅλους σας νὰ μὲ συγχωρέσετε γιὰ ὅ,τι σᾶς στεναχώρησα.
 Ἱερομόναχος Πορφύριος Ἐν Καυσοκαλυβίοις τῇ 4/7 Ἰουνίου 1991

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Μετὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ
(Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)




    Ἐμεῖς ἂς ἀναχωροῦμε ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία σὰν λιοντάρια ποὺ βγάζουν φωτιά, ἔχοντας γίνει φοβεροὶ ἀκόμα καὶ στὸ διάβολο. Γιατί τὸ Ἅγιο αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ κοινωνοῦμε, ποτίζει τὴν ψυχή μας καὶ τῆς δίνει μεγάλη δύναμη. Ὅταν τὸ μεταλαμβάνουμε ἄξια, διώχνει τοὺς δαίμονες μακριὰ καὶ φέρνει κοντά μας τοὺς Ἀγγέλους καὶ τὸν Κύριο τῶν Ἀγγέλων. Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, μ’ αὐτὸ λούζεται ἡ ψυχή, μ’ αὐτὸ στολίζεται. Αὐτὸ τὸ αἷμα κάνει τὸ νοῦ μας λαμπρότερο ἀπὸ τὴ φωτιά, αὐτὸ κάνει τὴν ψυχή μας λαμπρότερη ἀπὸ τὸ χρυσάφι.
    Προσελκύστε λοιπὸν τοὺς ἀδελφούς μας στὴν ἐκκλησία, προτρέψτε τοὺς πλανημένους, συμβουλέψτε τους ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα. Κι ἂν ἀκόμα τίποτα δὲν πεῖς, ἀλλὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ἱερὴ σύναξη, δείχνοντας στοὺς ἀπόντες – καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση καὶ μὲ τὸ βλέμμα καὶ μὲ τὴ φωνὴ καὶ μὲ τὸ βάδισμα καὶ μ’ ὅλη σου τὴ σεμνότητα – τὸ κέρδος ποὺ ἀποκόμισες ἀπὸ τὸ ναό, αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ παραίνεση καὶ συμβουλή. Γιατί ἔτσι πρέπει νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ ναό, σὰν ἀπὸ ἱερὰ ἄδυτα, σὰν νὰ κατεβαίνουμε ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς οὐρανούς. Δίδαξε ὅσους δὲν ἐκκλησιάζονται ὅτι ἔψαλες μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, ὅτι ἀνήκεις στὴν οὐράνια πολιτεία, ὅτι συναντήθηκες μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μίλησες μαζί Του. Ἂν ἔτσι ζοῦμε τὴ Θεία Λειτουργία, δὲν θὰ χρειαστεῖ νὰ ποῦμε τίποτα στοὺς ἀπόντες. Ἀλλὰ βλέποντας ἐκεῖνοι τὴ δική μας ὠφέλεια, θὰ νιώσουν τὴ δική τους ζημιὰ καὶ θὰ τρέξουν γρήγορα στὴν ἐκκλησία, γιὰ ν’ ἀπολαύσουν τὰ ἴδια ἀγαθά, μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰώνια ἀνήκει ἡ δόξα. Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο :
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,
Τόμος Γ΄ (Τεύχη 21-30), A΄ Ἔκδοση 2003.
Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Μια συζήτηση με την μοναχή Χρυσαφένια
Το 1984 στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα ο μακαριστός Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κυρός Ιερόθεος, μαζί με τον τότε Πρωτοσύγκελλό του (νυν Μητροπολίτη της αυτής επαρχίας κ. Εφραίμ) και τον Αρχιερατικό Επίτροπο της νήσου π. Δαμασκηνό Χόντο συναντούσαν την μακαριστή μοναχή Χρυσαφένια. Σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν να καταθέσει η γερόντισα μοναχή τις αναμνήσεις της από τον Άγιο Νεκτάριο, τον οποίο όχι απλώς γνώρισε από την παιδική ηλικία, αλλάείχε την ευλογία να ζήσει κοντά του, κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, στην Μονή του και να δεχθεί στοργή ιδιαίτερη απόαυτόν. Η μαρτυρία της είναι σημαντική, γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο που ηαγιότητα καθρεφτίζεται σε μια παιδική ματιά, σε μια παιδική ψυχή.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Με τη Γερόντισσα Μαγδαληνή, Χρυσαφένια, πόσα χρόνια γνωρίζεστε;
Μον. Χρυσαφένια: Από μικρό παιδάκι. Στο Μονα­στήρι πήγα πεντέμισι χρονών! Στην πρώτη τάξη. [...] Πήγαινα-κατέβαινα γιατί πήγαι­να σχολείο. Κάποτε αρρώστη­σα. Με πόνεσε το μάτι μου. Με πήγαν σ’ όλους τους γιατρούς και θεραπεία δεν είχα. Αντί κα­λύτερα, έγινα χειρότερα.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Τί είχε το μάτι σας; Ποιό ήταν;
Μον. Χρυσαφένια:Άσπρο ήταν, το δεξιό. Δεν έβλεπα απ’ αυτό. Με παίρνει μία θεία μου και λέει: «Την πήγαμε στους γιατρούς. Έχουμε όμως και ανώτερους «γιατρούς» στην Αίγινα! Θα την πάμε στο Σεβασμιώτατο να τη σταυρώσει με την Αγία Λόγχη».
Όταν λοιπόν ήρθαμε στην Αίγινα, της λέω «καλέ θεία, πάμε στο Δεσπότη που είπες να με σταυρώσει με την Αγία Λόγχη». Νόμιζα -μικρό παιδάκι καθώς ήμουν- πώς ήταν φάρμακο η Αγία Λόγχη! Δεν ήξερα. Αυτοκίνητα τότε δεν υπήρχαν. Παίρνει η θεία μου ένα γαϊδουράκι και καθίζει. Εμένα μ’ έβαλε στα καπούλια. Όταν φτάσα­με στους Αγίους Πάντες, μου δείχνει το Μοναστήρι.
 Εκεί θα πάμε, μου λέει. Θα δούμε και τον Παππούλη, να σε σταυρώσει.
Θεία, της λέω, θα κατέβω.
Κατεβαίνω από το ζώο και κάνω τρεις μετάνοιες.
Παναγίτσα μου, έλεγα κοιτάζοντας στον Ουρανό, Χριστούλη μου κι εγώ εδώ να κατοικήσω! Να γίνω καλόγρια! Στο Μοναστήρι εδώ…
Κατεβαίνει κι η θεία μου κι έφαγα φάπες!
Δεν θα ξανακατέβεις από το ζώο μέχρι να φτάσουμε στο Μοναστήρι, μου λέει.
Όχι, θεία μου. Δεν θα ξανακατέβω.
Φτάσαμε στο Μοναστήρι. Στην Αγία Τριάδα. Ο Σεβασμιώτατος καθόταν πίσω, στη μουριά. Είχε μία πολυθρονίτσα κι ένα σκαμνάκι ψαθωτό στα ποδαράκιά του.
Να ο Παππούλης που θα σου κάνει το ματάκι σου καλά· μου λέει η θεία μου.
Πάω και τον χαϊδεύω στα ποδαράκιά του και του λέω:
Παππουλάκι μου σ’ αγαπάω, μα πόσο σ’ αγαπάω! Από τη γη ίσαμε τον ουρανό! Κι αν θα μου κάνεις το ματάκι μου καλά, θα σ’ αγαπάω ακόμα περισσότερο!
Κάθησα στο σκαμνάκι που ήταν στα πόδια του και τονπαρακαλούσα:
Έλα, Παππούλη, να μου κά­νεις το ματάκι μου καλά.
Σηκώθηκε ο Σεβασμιώτατος, ο Άγιος Νεκτάριος, και πήγαμε στην Εκκλησία. Παίρνει την Αγία Λόγχη και με σταυρώνει. Εγώ περίμενα και φάρμακο να μου δώσει! Λέει τότε ο Σεβασμιώτατος στη Γερόντισσα Χριστοδούλη:
Δώσε στη θεία της μερικά τριαντάφυλλα του επιταφίου νατα βράσει, να της πλύνει το ματάκι της.
Τα πήρε η θεία μου. Βγαίνοντας όμως από την πόρτα της Εκκλησίας, το μάτι μου ήταν εντελώς καλά! Είδα το φως μου! Καθάρισε το μάτι μου. Που να φύγω από τον παππού…
Παππουλάκι μου, δεν φεύγω ό,τι και να μου πείτε!
Άμε παιδί μου στο σχολείο, να μάθεις και γράμματα, να ‘σαι και χρήσιμη στο Μοναστήρι.
Όχι, Παππούλη μου, δεν φεύγω! Θα κάτσω στο Μο­ναστήρι. Εδώ κοντά σου.
Πάω και κρύβομαι σε κάτι καναπέδες πού ‘χουνε στο «Γεροντικό». Φαινόντουσαν μόνο τα ποδαράκιά μου. Οι καλόγριες λέγαν μεταξύ τους: «η μικρη φοβήθηκε και θα πήρε το δρόμο κι έφυγε».Ο Άγιος Νεκτάριος τους είπε:
«Δεν έχει φύγει. Θα την εύρω εγώ».
Έρχεται και με βρίσκει στο «Γεροντικό».
Έλα, παιδί μου, μου λέει, βγες έξω.
Βγήκα. Η θεία μου έκλαιγε:
Θα το μάθει ο πατέρας σου στην Αμερικήκαι θα χάσετε και το ψωμί. Δεν θα ‘χετε ψωμάκι να φάτε…
 Εμείς θα ‘χουμε πιο πολλά, αν έρθω εγώ στο Μοναστήρι, της έλεγα. Δεν έρχομαι κάτω.
Άμε, παιδί μου, λέει ο Άγιος.Άμε και θα στέλνω εγώ τη Γερόντισσα Αθανασία, τη Γερόντισσα Δαμιανή -πού κατεβαίνουνε και ψωνίζουν- και θα σε φέρνουν με το ζώο.
Θυμάμαι και το ζώο πώς το λέγανε. Είχαν ένα μικρό ζώο και το λέγανε «Λίζα». Το θυμάμαι γιατί ανέβαινα στα καπούλια και ακολουθούσα στα ψώνια τη Γερόντισσα Δαμιανή, τη Γερόντισσα Αθανασία, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα. Στο σπίτι μας μένανε.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Τότε για πρώτη φορά γνώρισες το Σεβασμιώτατο;
Μον. Χρυσαφένια:Ναι. Πεντέμισι χρονών. Τότε που μου έκανε το μάτι μου καλά. Συνέχισα να πηγαίνω σχολείο.Ερχόντουσαν και με παίρναν η Γερόντισσα Δαμιανή, η Γερόντισσα Αθανασία…
Είχε να με δεί κάποτε ο Σεβασμιώτατος καμιά βδομάδα. Με βλέπει στο όνειρό του.Όταν είχαν συμβούλιο με τις καλόγριες, τη Γερόντισσα Ξένη, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα, τη Γερόντισσα Χαριτίνη -παλαιές καλόγριες- τις ρώτησε για μένα.
Είναι αρρωστη, Σεβασμιώτατε, και δεν σας το είπαμε.
Απόψε την είδα στ’ όνειρό μου. Φόραγε μια χρυσή φορεσιά και της πέρασα κι ένα χρυσό σταυρό! Έπρεπε να μου το ‘χατε πει…
Μόλις βγήκαν οι καλογριές έξω, έρχεται η Γερόντισσα Ακακία στο κελλί. Στο δικό της κελλί έμενα. Μου είχαν ένα ντιβανάκι κι έμενα. Δίπλα στο «σχολείο». Πήγα στο Σεβασμιώτατο.
Καλώς την οσία Χρυσαφένια! Καλώς το καλό μου παιδί!
Του φίλησα το χεράκι, τα ποδαράκιά του.
Παππουλάκι μου, Παππουλάκι μου, είχ’ αρρωστήσει αλλά το μυαλό μου κι ο λογισμός μου ήταν εδώ!
Κάθησε, παιδί μου.
Παίρνει το ωμοφόριο και το πετραχήλι και με «διαβάζει».
Από σήμερα να μην ακούσω να σε φωνάζουνε Δημητρούλα!Όταν ακούς το ‘νομα «Χρυσαφένια» θ’ απαντάς! Να να το μάθουν οι καλογριές[...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Πήγαινες εν τω μεταξύ στο σχολείο;
Μον. Χρυσαφένια:Μάλιστα. Έβγαλα μέχρι και την Τετάρτη. Μου ‘λεγαν να πάω και παραπέρα, αλλά εγώ δεν ήθελα, γιατί φοβόμουν να μη χάσω το Μοναστήρι! Δώδεκα χρονών ήμουνα όταν κοιμήθηκε ο Άγιος Νεκτάριος· το 1920. Καμιά φορά με ρώταγε ο Άγιος:
Πόσων χρονών είσαι, παιδί μου;
Ξέρω ‘γώ, Παππούλη; Του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έχω γεννηθεί!..
Χρυσό στόμα, παιδί μου, να ‘χεις! μου ‘λεγε και χαμογελούσε.
Μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε πάνω στηνΕπισκοπή. Στο δρόμο με ρωτούσε:
Σήμερα, παιδί μου, είναι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Γιατί τον λένε Πρόδρομο;
Το επώνυμό του ήταν, Παππούλη! του λέω εγώ.
Όχι, παιδί μου. Προπορεύτηκε του Χριστού. Γι΄ αυτό.Έξι μήνες είναι μεγαλύτερος από το Χριστό μας, ο Άγιος Ιωάννης.
Άλλη μια μέρα, τωνΑγίων Αναργύρων, βγήκαμε περίπατο. Κρατούσε ένα καλαμάκι για να στηρίζεται. Το είχα αυτό το καλαμάκι και μου το πήρε μια καλόγρια στην Πάτμο.
Σήμερα, παιδί μου, είναι των Αγίων Αναργύρων, μου λέει. Γιατί τους λέγαν Αναργύρους, τον Κοσμά και τον Δαμιανό;
Το επώνυμό τους ήταν, Παππούλη! του απαντώ.
Όχι, παιδί μου. Ήταν γιατροί και δεν παίρνανε αργύρια. Γι’ αυτό τους λένε Αγίους Αναργύρους.
Και τί είναι, Παππούλη, τ’ αργύρια;
Χρήματα, Χρυσαφένια παιδί μου. Δεν τα ‘παιρναν. Γιάτρευαν δωρεάν.
Κάποια μέρα ήρθε η Ζηνοβία η Λαλαούνη, που σήμερα λέγεται Νεκταρία κι είναι καλόγρια στο Μοναστήρι της Φανερωμένης στο Χιλιομόδι, να με πάρει να πάμε μαζί στο Μεσαγρό. Πήγαμε στη Γερόντισσα Ξένη να πάρουμε την άδεια.
Να πας στον Παππού σου να το πεις, μου λέει η Ηγουμένη.
Πήγαμε στο Σεβασμιώτατο. Του λέω:
Παππουλάκι μου, να πάω κι εγώ στο Μεσαγρό, πού φοβάται η Ζηνοβία να πάει μόνη της;
Όχι, παιδί μου. Η μανούλα σου ξέρει πώς είσαι στο Μοναστήρι. Αν σου συμβεί τίποτα; Να πας από πίσω από το Μοναστήρι, πού ‘ναι γύρω-γύρω οι πεζουλίτσες να τη βλέπεις ώσπου να χαθεί στο μονοπάτι η Ζηνοβία.
Εγώ τότε στενοχωρημένη, λέω από μέσα μου ούτε καν το ψιθύρισα:
Με υποχρέωσες, Παππούλη!
Γυρίζει ο Άγιος και μου λέει:
Με υποχρέωσες, παππούλη!
Παππούλη μου, δεν το φώναξα! Από μέσα μου το είπα! [...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Τί άλλο θυμάσαι, Χρυσαφένια;
Μον. Χρυσαφένια:Θα σας πω τότε πού ήρθε ο Δεσπότης ο Μελέτιος (σ.σ. πρόκειται για το Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκι, κατοπινό Οικουμενικό Πατριάρχη). Είχαν ανάψει λαμπάδες οι καλογριές. Εμένα μου ‘χαν δώσει το καλαθάκι με τα τριαντάφυλλα. Το κρατούσα και παίρναν από ‘κεί και τον ραίνανε! Όταν έφυγε ο Μελέτιος, ο Άγιος Νεκτάριος ήταν στενοχωρημένος. Πλησίασα:
Γιατί, Παππουλάκι μου, είσαι στενοχωρημένος; Τί έχεις;
Παιδί μου, θα μας πάρεις στο σπίτι σας;
Μα τί να κάνετε στο σπίτι μας! Ευχαρίστως, Παππούλη…
Να μείνουμε εκεί…
Στάσου, Παππουλάκι, να μετρήσω τα κρεβάτια.
Τα μέτραγα, τα μέτραγα. Μου φαίνονταν λίγα.
Δεν μας παίρνει, Παππούλη.
Αλλά γιατί να φύγουμε από το Μοναστήρι; Εγώ θέλω στο Μοναστήρι να μείνω. Θέλω με τις καλόγριες.
Πήγαινε λοιπόν, παιδί μου, στην Παναγία του πρόναου και κάνε μια προσευχή.
Δεν μου ‘πε τί προσευχή να κάνω. Πήγα και γονάτισα στην Παναγία κι έλεγα:
Παναγία μου, εξολόθρευτον! Παναγία μου, εξολόθρευτον!
Άργησα στην προσευχή. Πάει η Γερόντισσα Χαριτίνη και λέει στο Δεσπότη:
Θα φοβήθηκε η μικρή, Σεβασμιώτατε, κι έφυγε…
-Όχι, Γερόντισσα Χαριτίνη. Δεν έφυγε. Στην Εκκλησία είναι. Άμε φέρτηνε.
Έρχεται και με παίρνει η Γερόντισσα Χαριτίνη. Με πάει στο Σεβασμιώτατο:
Παιδί μου, τί έλεγες τόσες ώρες;
Παππουλάκι μου, έλεγα να τον εξολοθρεύσει ο Θεός, να πεθάνει για να σώσουμε το Μοναστήρι!
Παιδί μου! Έλεγες εσύ τέτοια πράγματα; Το στόμα σου πρέπει να είναι μέλι και ζάχαρη!
Με γονατίζει πάλι στην Παναγία και μου διαβάζει συγχωρητική ευχή.
Άλλη φορά, παιδί μου, μην τον ξαναπείς αυτό το λόγο. [...]
Άλλη μια φορά είχανε ζυμώσει. Μου κάνανε κουλούρα κάθε φορά πού ζυμώνανε. Μου λέγαν να μην το πω στις άλλες καλογριές. Μια μέρα μου λέει ο Σεβασμιώτατος:
Έλα ‘δω, παιδί μου. Σου κάναν καμιά κουλούρα, πού πας και τις βοηθάς εκεί πού κάνουνε τα ψωμιά;
Μου κάνανε, Παππουλάκι, αλλά μου ‘πανε να μην το πω!
Γέλασε και με σταύρωσε.
Φέρτηνε, να μην τη φας όλη μαζεμένη. Θ’ αρρωστήσεις.
Μόλις μπαίνουνε στο Γεροντικό, έχει ένα μπουφέ. Εκεί μου τα φυλάγανε τα γλυκά για να μην τα τρώω μαζεμένα και πάθω τίποτα. Είχα ένα τραπεζάκι στρογγυλό στο κελλί του Σεβασμιώτατου μπροστά κι έτρωγα. Τις καλές μέρες έτρωγα μαζί με τις αδελφές στο τραπέζι. Αλλά στο μικρό έτρωγα με το Σεβασμιώτατο. [...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Έψελνες ποτέ άμα ζούσε ο Άγιος;
Μον. Χρυσαφένια:Με παίρνανε κοντά. Τότε έψελνε η Γερόντισσα Θεοδοσία, η Γερόντισσα Ακακία, η Γερόντισσα Χριστοφόρα.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Ποιά έψελνε καλύτερα απ’ τις τρεις;
Μον. Χρυσαφένια:Η Γερόντισσα Χριστοφόρα. Η Γερόντισσα Θεοδοσία είχε πιο δυνατή φωνή.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Όταν ήρθε ήταν πολυ αρρωστη η Θεοδοσία;
Μον. Χρυσαφένια: Ευμορφία τη λέγανε. Τα θυμάμαι και τα κοσμικά ονόματα.Έβγαζε αφρούς. Γύριζε τα μάτια της. Ο Άγιος την έκανε καλά. Και τη Μητροδώρα. Ήρθε υστερ’ από τον Άγιο. Την έφερε στον τάφο του ο πατέρας της. Πήγανε και τα προβατάκια που κουβάλησαν μαζί τους, γύρω! Εκεί έγινε καλά. Κι η Παρθενία η Κράκαρη ήταν πολύ άρρωστη. Η Γερόντισσα Ακακία, ψάλτρια καλή θυμάμαι και καλή καλογριά.Όλες καλές! Η Γερόντισσα Χαριτίνη είχε τον ξενώνα, εδώ έξω.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Η Μαγδαληνή, είχε την ακοίμητη προσευχή;
Μον. Χρυσαφένια:Όλη νύχτα. Κάθε βράδυ. Της είχε πει ο Άγιος και προσευχόταν. Την είχε κάνει διακόνισσα. Καθόταν τη νύχτα σε μια καρέκλα έξω στην ταράτσα κι έκανε κομποσχοίνι.Έβγαινα και την έβλεπα. Της έλεγα: «θά κρυώσετε, δεν πάτε μέσα;». Γύριζε γύρω-γύρω το Μοναστήρι και προσευχόταν μέχρι τις 3 πού χτύπαγε το καμπανάκι! Έκανε επίσης με την Αγαθονίκη κι άλλη μιά, οκτάωρες προσευχές. Την είχε μάθει ο Άγιος να λέει το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και το «Θεοτόκε Παρθένε…».Με ρώτησε μια φορά ο Σεβασμιώτατος:
-  Καλό μου παιδί, όταν λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», τί αισθάνεσαι;
- Χορεύει ο Χριστούλης μέσα μου, Παππουλάκι!’Ο,τι μου ‘ρχόταν του ‘λεγα…
- Όταν κοινωνάς, παιδί μου, τί αισθάνεσαι στην ψυχούλα σου;
- Από το στόμα μου ‘ίσαμε την κοιλιά μου χορεύει, του ‘λεγα!
- Μικρό παιδάκι ήμουν. Ό,τι μου ‘ρχόταν στο νου το ‘λεγα!..
- Να σας πω και για τη Γερόντισσα Ευνίκη. Ήταν παράλυτη στο κρεβάτι. Μου λέει ο Αγιος να πάω να της «μάθω» το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Για να της κάνω παρέα. Εκείνης της άρεσε η παρέα μου. Και μου ‘λεγε ότι δεν το ‘μαθε, για να κάθομαι συνέχεια κοντά της!
- Εμένα μου το ‘πε τρεις φορές ο Σεβασμιώτατος και το ‘μαθα. Της έλεγα.
- Εγώ δεν το ‘μαθα, μου απαντούσε χαμογελώντας. Είμαι γριούλα και δεν το ‘μαθα…
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Τί άλλο θυμάσαι, Χρυσαφένια;
Μον. Χρυσαφένια:Κάποτε ήταν ανομβρία. Είχαν κατεβάσει την εικόνα της Παναγίας από τη Χρυσολεόντισσα εδώ στο Μοναστήρι μας. Την είχαν έξω από την εκκλησία και προσκυνούσε ο κόσμος.Έλεγα στη Γερόντισσα Ευνίκη που ήταν παράλυτη:
Καλέ Γερόντισσα, σήκω να προσκυνήσεις κι εσύ! Τόσο μυαλό είχα…
Αφού, παιδί μου, ξέρεις ότι δεν περπατάω…
Θα σε πάρω από το χεράκι. Να προσκυνήσω κι εγώ. Εγώ θα σε πάω. Ξαφνικά σηκώθηκε και πήγε και προσκύνησε μόνη της! Η Παναγία την έκανε καλά! [...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Όταν κοιμήθηκε ο Άγιος, ήσουν εδώ;
Μον. Χρυσαφένια:Βέβαια. Πήγα και κάθησα κάτω από το φέρετρο και δεν έφευγα! «Θα πάω κι εγώ με τον Παππούλη μου», τους έλεγα. Με τραβάγαν, η Γερόντισσα Ακακία, οι άλλες, τίποτα εγώ. «θα πεθάνει και τούτο» λέγανε.Όλο έκλαιγα.
Αρρώστησα από τη θλίψη μου. [...]
Μακαρ. Μητροπολίτης Ύδρας κ. Ιερόθεος:Ποιές Μοναχές θυμάσαι;
Μ. Χρυσαφένια:Τη Γερόντισσα Ξένη, τη Γερόντισσα Χαριτίνη, τη Γερόντισσα Θεοδοσία, τη Γερόντισσα Μαγδαληνή, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα, τη Γερόντισσα Κασσιανή, τη Γερόντισσα Ευνίκη, τη Γερόντισσα Ακακία κι άλλες.
Στη Χρυσολεόντισσα πήγα μετά το 1935. Με πήρε η Ηγουμένη Μαγδαληνή. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος την έκανε Ηγουμένη της Χρυσολεόντισσας. Μάλιστα, ο ίδιος ήθελε να με πάρει να μάθω γράμματα. Δεν πήγα, γιατι ήθελα να μείνω για πάντα στο Μοναστήρι…
Η Γερόντισσα Μαγδαληνή με λάτρευε.
Ό,τι κι αν έκανα μου τα συγχώραγε! Γι’ αυτο πήγα πάνω. Στενοχωριόμουνα όμως, γιατι ήμουνα μακριά από το Μοναστήρι του Αγίου. Είδα ένα βράδυ το Σεβασμιώτατο στον ύπνο μου και μου λέει:
Κι εδώ στην Παναγία, κοντά σου είμαι, παιδί μου!
Έτσι ησύχασα.
πηγή: Μανώλη Μελινού, Μίλησα με τον Άγιο Νεκτάριο», Α’ τόμος
αναδημοσίευση από: Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Έτος 19ο, Αριθμός Φύλλου 209, Νοέμβριος 2009

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Πνευματικά και κοσμικά αναγνώσματα

 


ΣΟΥ στέλνω τις Παραινέσεις* του αγίου Αντωνίου, τις οποίες μου ζήτησες. Διάβασέ τες με προσοχή. Θα σε εντυπωσιάσουν. Ο άγιος δεν ήταν εγγράμματος και δεν είχε μελετήσει τα βιβλία των σοφών. Γνώριζε, ωστόσο, απέξω το μεγαλύτερο μέρος της Γραφής. Η χάρη του Θεού σόφισε το νου του, γι’ αυτό και οι διδαχές του είναι, όπως θα διαπιστώσεις, πολύ σοφές. Σύμφωνα με αφηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων,  τα πνευματικά του λόγια , βγαίνοντας από την καρδιά του, ξεχύνονταν σαν χείμαρρος από το στόμα  του και πλημμύριζαν τις καρδιές των ακροατών του, που συχνά περνούσαν ολόκληρες νύχτες ακούγοντάς τον, χωρίς να κουράζονται ή να νυστάζουν. Είχαμε κι εμείς τον π. Σεραφείμ του Σάρωφ, που, παρότι ήταν επίσης αγράμματος , έγινε σοφότερος από τους σοφούς χάρη στην οικείωση της σοφίας του Θεού και των θεοφόρων αγίων πατέρων.
Ο ρόλος των βιβλίων είναι το να μας καθοδηγούν απλώς στην πνευματική ζωή. Αυτή καθαυτή, όμως, η πνευματική γνώση αποκτάται εμπειρικά με τα έργα. Ακόμα κι εκείνο που γνωρίζεται θεωρητικά από την ανάγνωση με πληρότητα και σαφήνεια, εμφανίζεται εντελώς διαφορετικό όταν γνωρίζεται εμπειρικά από την έμπρακτη εφαρμογή του. Η πνευματική ζωή είναι ένας άλλος κόσμος, στον οποίο η σοφία του κόσμου τούτου δεν μπορεί να εισχωρήσει. Αυτό θα το δοκιμάσεις κι εσύ, αν δεν το έχεις ήδη δοκιμάσει. Να προσέχεις και να καλλιεργείς τον εαυτό σου. Σιγά-σιγά θα φτάσεις στο σημείο να μιλάς σοφά ∙ τόσο σοφά, που θα πρέπει να κάθεσαι και να καταγράφεις τα λόγια σου!
Με ρωτάς: «Διαβάζω πολύ. Είναι κακό;». Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εξαρτάται από το τί διαβάζεις και πώς το διαβάζεις. Διάβαζε με ευθυκρισία, αξιολογώντας όλα τα αναγνώσματα με κριτήριο την αυθεντική αλήθεια της πίστεώς μας. Ό,τι συμφωνεί με την πίστη, να το δέχεσαι∙  ό,τι δεν συμφωνεί με την πίστη να το απορρίπτεις ως αντίθετο. Και κάθε βιβλίο με αντίθετο περιεχόμενο να το πετάς μακριά. Έχεις αρχίσει να μελετάς την πνευματική ζωή. Είναι κάτι πολύ σοβαρό και περιεκτικό, κάτι πολύ υψηλό και ευχάριστο, στο οποίο δεν μπορείς παρά να βρεις το υπέρτατο αγαθό. Σ’ αυτό να έχεις στρέψει την προσοχή σου και αυτό μαθαίνεις, τόσο από τα βιβλία όσο και, πολύ περισσότερο από την εμπειρία. Γνωρίζεις ήδη τι λογής βιβλία πρέπει να διαβάζεις. Καταλαβαίνεις, επίσης, πώς πρέπει να ρυθμίσεις την προσωπική σου ζωή. Αν στα σοβαρά επιθυμείς να τραβήξεις αυτό τον δρόμο, τότε ποτέ πια δε θα θελήσεις να μελετήσεις άλλα θέματα. Έχεις φοιτήσει, άλλωστε, στο σχολείο κι έχεις αποκτήσει μιαν ικανοποιητική γενική μόρφωση.
«Μα θα θεωρηθώ καθυστερημένη!»,  θα μου πεις. Τι συμφορά! Καθυστερημένη στο ένα, προχωρημένη στο άλλο, πολύ πιο μπροστά απ’ όλους σ’ ένα τρίτο. Πραγματικά θα ζημιωνόσουν, αν σπαταλούσες τον πολύτιμο χρόνο της ζωής σου για την απόκτηση της ανθρώπινης σοφίας και αδιαφορούσες για τη θεία σοφία. Αφού, όμως, θα προχωρήσεις στη δεύτερη, αν βέβαια κάνεις ό,τι χρειάζεται γι’ αυτό, όχι μόνο δεν θα ζημιωθείς, αλλά και θ’ αποκτήσεις θησαυρό αμύθητο, αγαθά άφθαρτα «που ούτε μάτι τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, ούτε νους ανθρώπου τα έβαλε ποτέ»
( Α΄ Κορ. 2:9 ) . Κι αυτό γιατί η ανθρώπινη σοφία δεν μπορεί να συγκριθεί με την πνευματική.
Δεν απαγορεύεται, βέβαια, να διαβάζεις, πέρα από τα πνευματικά , και άλλα βιβλία. Ωστόσο, αποφεύγοντάς τα, αποφεύγεις το ενδεχόμενο της πνευματικής βλάβης. Γενικά, η ενασχόληση με κοσμικά πράγματα, έστω όχι εφάμαρτα, αποβαίνει σε βάρος της πνευματικής ζωής. Αν αποβλέπεις σε δύο διαφορετικούς σκοπούς, πιθανότατα δεν θα φτάσεις ούτε στον ένα.
Τι θα κάνεις, λοιπόν; Μπορείς να διαβάζεις και μη πνευματικά βιβλία; Θα έλεγα, μολονότι με κάποιαν επιφύλαξη, ότι  μπορείς , αν σου αρέσει, αλλά όχι απεριόριστα και άκριτα. Όταν βρίσκεσαι σε καλή πνευματική κατάσταση, και, διαβάζοντας ένα βιβλίο που περιέχει ανθρώπινη σοφία, η κατάσταση αυτή αρχίζει να σ’ εγκαταλείπει, άφηνε αμέσως το βιβλίο. Να ένας απλός γενικός κανόνας.
Το πνεύμα μπορεί να το καλλιεργήσουν ακόμα και βιβλία που περιέχουν ανθρώπινη γνώση. Είναι εκείνα που μας διδάσκουν τη σοφία, την καλοσύνη, την αλήθεια, την προνοητική παρουσία του Θεού στη φύση και στην ιστορία. Διάβαζε τέτοια βιβλία. Η φύση και  η ιστορία είναι θεϊκά βιβλία για όσους ξέρουν να τα μελετούν. Ο Θείος αυτοαποκαλύπτεται σ’ αυτά, όπως ακριβώς και στις Άγιες Γραφές.
«Και πού μπορεί να βρει κανείς τέτοια βιβλία;», θα με ρωτήσεις. Αυτό δεν το γνωρίζω. Τώρα, πάντως, εκδίδονται και κυκλοφορούνται πολλά τέτοια βιβλία επιστημονικού περιεχομένου, στα περισσότερα από τα οποία επιχειρείται η εξήγηση αφενός της προελεύσεως του κόσμου χωρίς τον Θεό και αφετέρου όλων των πνευματικών εκδηλώσεων του ανθρώπου  χωρίς το πνεύμα και την ψυχή. Μην πιάνεις τέτοια βιβλία, που περιέχουν την ψευδώνυμη γνώση. Μελέτησε την αληθινή επιστήμη. Είναι καλό να κατανοήσεις την κατασκευή των φυτών κι των ζώων, προπαντός του ανθρώπου, καθώς και τους νόμους της ζωής, όπως εκδηλώνονται σ’ αυτά. Πόσο μεγάλη αποδεικνύουν τη θεία σοφία όλα τα δημιουργήματα! Μεγάλη και ακατάληπτη!
Τι γίνεται, πάλι, με τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα; Υπάρχουν και καλά ανάμεσά τους. Για να μάθεις, όμως, αν είναι καλά, πρέπει να τα διαβάσεις. Και διαβάζοντάς τα, θα γεμίσεις το νου σου με τέτοιες ιστορίες και εικόνες, που – «θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου!»- θα μολύνεις την ψυχή σου. Και μετά, άντε να καθαριστείς! Γιατί να υποστείς αυτή την ταλαιπωρία; Νομίζω, λοιπόν, πως είναι καλύτερα να τ’ αποφεύγεις όλα αυτά. Αν κάποιος καλόγνωμος  άνθρωπος, που έχει διαβάσει ένα διήγημα ή μυθιστόρημα, σου το συστήσει, τότε μπορείς να το διαβάσεις κι εσύ. Μπορείς, επίσης, να διαβάζεις ιστορικές πραγματείες, γεωγραφικές περιγραφές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Μην αφιερώνεις , πάντως, χρόνο σε τέτοια αναγνώσματα. Ο νους σου ας είναι σταθερά προσηλωμένος στην πνευματική εργασία και η προσοχή σου ας μην ξεφεύγει απ’ αυτήν.
Ο Κύριος να σ’ ευλογεί!


«Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Κάθε πότε νὰ κοινωνοῦμε ;
(Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)







    Ὑπάρχει κι ἕνα ἄλλο θέμα: Πολλοὶ κοινωνοῦν μὶα φορὰ τὸ χρόνο, ἄλλοι δύο φορές, ἄλλοι περισσότερες. Ποιούς ἀπ’ αὐτοὺς θὰ ἐπιδοκιμάσουμε; Ὅσους μιὰ φορά, ὅσους πολλὲς ἢ ὅσους λίγες φορὲς μεταλαμβάνουν; Οὔτε τοὺς μὶα οὔτε τοὺς πολλοὺς οὔτε τοὺς λίγες, μὰ ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν στὸ Ἅγιο Ποτήριο μὲ καρδιὰ ἁγνή, μὲ βίο ἀνεπίληπτο. Αὐτοὶ ἂς κοινωνοῦν πάντα. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, ἂς μένουν μακριὰ ἀπὸ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, γιατί ἀλλιῶς κρίμα καὶ καταδίκη ἑτοιμάζουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος λέει: «Ὅποιος τρώει τὸν ἄρτο καὶ πίνει τὸ ποτήριο τοῦ Κυρίου μὲ τρόπο ἀνάξιο, γίνεται ἔνοχος ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα καὶ στὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, προκαλώντας τὴν καταδίκη του» (Α΄ Κορ. 11:27, 29). Θὰ τιμωρηθεῖ, δηλαδή, τόσο αὐστηρά, ὅσο καὶ οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἔγιναν ἔνοχοι ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα Του.
    Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχουν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο περιφρονήσεως τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ὥστε, ἐνῶ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἀμέτρητες κακίες καὶ δὲν διορθώνουν καθόλου τὸν ἑαυτό τους, κοινωνοῦν στὶς γιορτὲς ἀπροετοίμαστοι, μὴ γνωρίζοντας ὅτι προϋπόθεση τῆς Θείας Κοινωνίας δὲν εἶναι ἡ γιορτή, ἀλλά, καθὼς εἴπαμε, ἡ καθαρή συνείδηση. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν αἰσθάνεται κανένα κακὸ στὴ συνείδησή του, πρέπει καθημερινά νά προσέρχεται στή Θεία Κοινωνία, ἔτσι κι αὐτός πού εἶναι φορτωμένος ἁμαρτήματα καί δέν μετανοεῖ, πρέπει νὰ μὴν κοινωνεῖ οὔτε στὴ γιορτή. Γι’ αὐτὸ καὶ πάλι σᾶς παρακαλῶ ὅλους νὰ μὴν πλησιάζετε στὰ Θεῖα Μυστήρια ἔτσι ἀπροετοίμαστοι κι ἐπειδὴ τὸ ἀπαιτεῖ ἡ γιορτή, ἀλλὰ ἂν κάποτε ἀποφασίσετε νὰ λάβετε μέρος στὴ Θεία Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσετε, νὰ καθαρίζετε καλὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀπὸ πολλὲς μέρες πρίν, μὲ τὴ μετάνοια, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φροντίδα γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα.


Ἀπό τό βιβλίο :
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,
Τόμος Γ΄ (Τεύχη 21-30), A΄ Ἔκδοση 2003.
Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013


ΤΟ ΙΕΡΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ 

ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ





Την Αγία Τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων τελείται το καθιερωμένο και ευλογημένο Ιερό Σαρανταλείτουργο στο υπέρ ελέους, σωτηρίας και θεραπείας ψυχών και σωμάτων πάντων ημών και υπέρ αναπαύσεως και συγχωρήσεως πάντων των κεκοιμημένων αδελφών ημών.
Στην Θεία Λειτουργία τελετουργείται ή μυστική σχέσις του πιστού με τον Σωτήρα Χριστόν και κορυφώνεται στο υπέρτατο και πλέον φρικτό μυστήριο της Εκκλησίας μας, στην Θεία Ευχαριστία. Πόσο χαρίζει ευφροσύνη και παλμό στην καρδιά ή σκέψις ότι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί αποτελούν μια πνευματική βασιλεία του Θεού, ένα σώμα, ένα πνεύμα, ένα κλήμα με πολλά σταφύλια!
Σ' όλους βασιλεύει ό Ιησούς Χριστός και σ' όλους ζει το Πνεύμα του Θεού. Θαυμαστή είναι ή θεία Λειτουργία με την πλατειά εκείνη αγάπη, πού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, όχι μόνο τον επίγειο αλλά και τον ουράνιο. (Άγ. Ιωάννης της Κρονστάνδης, έκδ. Ί, Μονής Παρακλήτου )
Όχι μόνο όμως οι ζώντες ωφελούμεθα αλλά και οι κεκοιμημένοι τα μέγιστα ωφελούνται από την αναίμακτο θυσία, καθώς τονίζει ό Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης: όταν αποχαιρετήσουμε τον προσφιλή μας νεκρό με τον τελευταίον ασπασμό, δεν τον λησμονούμε για πάντα αλλά καθ' εσπέρα και πρωί δεν παύονται αι υπέρ του τελευτήσαντος προσευχαί έπειτα τα νόμιμα και συνηθισμένα μνημόσυνα εκτελούνται, έξαιρέτως δε και κυρίως ή καθ' ημέρα αναίμακτος θυσία (θεία Λειτουργία), παρά την οποίαν κανένα άλλο δεν είναι τόσον ωφέλιμο εις τους κεκοιμημένους μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό, διότι αυτό το ίδιον Αίμα του Κυρίου είναι εκείνο, το όποιον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσία και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο, το όποιον θυσιάζεται επάνω εις το Άγιο Θυσιαστήριο.
Αυτήν δε την θυσία και οι οικείοι κατά σάρκα του αποθανόντος και οι κατά πνεύμα ηνωμένοι με αυτόν και οι περισσότερο αγαπώντες αυτόν αδιαλείπτως και καθ' ημέρα προσφέρουσιν όλον τον χρόνο και εις όλην τους την ζωήν και όσον πλέον την προσφέρουσι τόσον περισσότερο ωφελούσι και τούς κεκοιμημένους και εαυτούς, διότι ποιον άλλο έπωφελέστερον του να θύεται και ο Χριστός δι ημάς; Άλλοι δε προσφέρουσι, καθ' όσον δύνανται και προαιρούνται, και άλλοι τουλάχιστον μέχρι των τεσσαράκοντα ημερών προσάγουσι καθ' ημέρα αυτήν την θυσία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανωτέρω είναι και ή κάτωθι διήγησης από το βιβλίο του άρχ. Ιγνατίου "Που πηγαίνει ή ψυχή μετά τον θάνατον,,: Ένας χριστιανός, ενώ έσκαπτε με πολλούς μαζί σ' ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τούς καταπλάκωσε. Ή γυναίκα αυτού του ενός, έδωσε ότι είχε από το υστέρημα της εις έναν ιερέα να κάμη 40 λειτουργίες διά την ψυχή του ανδρός της. Καθημερινώς δε πήγαινε μία προσφορά, ένα μπουκάλι με κρασί, και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ό ιερεύς εις τας 20 λειτουργίας, ό διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της και της είπε, ότι ό ιερεύς έφυγε διότι είχε δουλειά βιαστική και γι' αυτό μη κοπιάζεις και αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε 3 φορές εις το διάστημα των 40 λειτουργιών. Εν τω μεταξύ έγινε εκχωμάτωσης, για να βγάλουν τα πτώματα. Όταν έφθασαν εις ένα μέρος άκουσαν φωνή που έλεγε: Προσέξατε, σκάψατε με προσοχή, διότι επάνω μου είναι δυο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν,,. Αυτοί θαύμασαν, και σκάπτοντες πλαγίως βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν εις την γυναίκα του. Απορούσαν δε όλοι, πώς έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή. Αυτός δε είπε κάθε μέρα μου έδινε κάποιος, αοράτως, ένα ψωμί και ένα δοχείο κρασί και μία λαμπάδα ήταν μπροστά μου και έτσι έτρωγα, εκτός από 3 ημέρας, όπου δεν έφαγα τίποτε, ούτε φώς είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος διά τας αμαρτίας μου. Κατόπιν είδα την αναμμένη λαμπάδα, το ψωμί και το κρασί, σαν πρώτα και δόξασα τον Θεό, όπου δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλος,,.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεως μας και θα ήτο ευχής έργον, να υπήρχε ή δυνατότης να γίνουν αντιληπτά και βιώσιμα από όλους μας.

*ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» ΚΟΥΦΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013


Νεομάρτυς Κωνσταντίνος ο Υδραίος

 





ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΙΔ´ (14)
Μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Νεομάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ τοῦ Ὑδραίου, τοῦ ἐν Ῥόδῳ ἀθλήσαντος ἐν ἔτει 1800.
Στίχοι.
Ὁ Κωνσταντῖνος ὑψωθεὶς τῇ ἀγχόνῃ.
Πρὸς Παραδείσου πλατυσμὸν ἀνυψώθη. Βρόχον Κωνσταντῖνος δεκάτῃ τέτληκε τετάρτῃ.






Ὁ Ἅγιος ἔνδοξος Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντῖνος γεννήθηκε γύρω στὰ 1770 στὴν Ὕδρα ἀπὸ πτωχοὺς γονεῖς, τὸν Μιχαὴλ Δημαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἦταν ναυτικός, καὶ τὴ Μαρίνα. Ὅταν ἔφθασε στὴν ἡλικία τῶν 18 ἐτῶν, ἄφησε τὴ γενέτειρά του καὶ ἦλθε στὴ Ρόδο γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ νὰ βοηθήσει τὴν οἰκογένειά του. Κατ̉ ἀρχὰς ἐργάστηκε στὸν Ταρσανᾶ τοῦ νησιοῦ καὶ κατόπιν στὸ κατάστημα κάποιου Νικολάου Καλόγλου, στὴ συνοικία τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Ἡ συναναστροφή του μὲ τοὺς Τούρκους εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ διωχθεῖ ἀπὸ τὴν ἐργασία του καὶ νὰ προσληφθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Τούρκου διοικητῆ Χασὰν πασᾶ, ὁ ὁποῖος, ἐκτιμώντας τὸν χαρακτῆρά του, κατόρθωσε μὲ διάφορους τρόπους νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὴ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Χασάν.
Ἐπὶ τρία χρόνια ὁ νεαρὸς Κωνσταντῖνος παρέμεινε στὴν πλάνη τῆς θρησκείας τῶν Ἀγαρηνῶν ἀπολαμβάνοντας μεγάλες τιμὲς ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς. Ὅταν πέρασαν τὰ τρία χρόνια, θέλησε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ὕδρα γιὰ νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ πατρικὸ σπίτι. Ἡ εἴδηση τῆς ἀποστασίας του εἶχε φτάσει στὴν Ὕδρα καὶ ἡ μητέρα του ἔκλαιε ἀπαρηγόρητη γιὰ τὸ κατάντημα τοῦ παιδιοῦ της. Ὅταν ἔφτασε στὴν Ὕδρα, διαπίστωσε ὅτι ὅλοι τὸν ἀποστρέφονταν, ἡ δὲ μητέρα του ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχτεῖ, λέγοντάς του πίσω ἀπὸ τὴν κλειδωμένη πόρτα ὅτι δὲν ἔχει γιὸ μὲ τὸ ὄνομα Χασάν. Ἡ ἄρνηση τῆς μητέρας του τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἔκανε νὰ συναισθανθεῖ τὸ σφάλμα του. Ἐπέστρεψε μετανοημένος στὴ Ρόδο καὶ βασανιζόμενος ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως ἐπισκέφτηκε ἕναν πνευματικό, ποὺ ἀσκήτευε στὶς σπηλιὲς τοῦ Ροδινίου, στὸν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε τὴν πτώση του καὶ τὴν πρόθεσή του νὰ ἐπανορθώσει μὲ τὴν ὁμολογία καὶ τὸ μαρτύριο. Ὁ πνευματικός, φοβούμενος τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, τὸν ἀπέτρεψε καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ νησὶ καὶ νὰ ζήσει σὲ ἄλλο τόπο, ὅπου δὲν θὰ ἦταν γνωστὴ ἡ προηγούμενη ζωή του καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος νὰ τὸν συλλάβουν οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ τὸν θανατώσουν.
Ὑπακούοντας στοὺς λόγους τοῦ πνευματικοῦ ὁ Κωνσταντῖνος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴ Ρόδο καὶ κατέφυγε στὴν Κριμαία, ὅπου παρέμεινε τρία χρόνια. Φεύγοντας ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀναζήτησε ἔμπειρο πνευματικὸ γιὰ τὴν θεραπεία τῆς πληγωμένης ψυχῆς του. Ἐκεῖνος, ὅταν τὸν ἄκουσε, τὸν ὁδήγησε στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε’, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸν ἐνουθέτησε κατάλληλα, τὸν ἔστειλε στὸ Ἅγιο Ὄρος γιὰ νὰ στερεωθεῖ στὴν πίστη καὶ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν κατὰ Χριστὸν ζωὴ καὶ πολιτεία.
Μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Πατριάρχου ἀναχώρησε ὁ μακάριος γιὰ τὸν Ἄθωνα καὶ φτάνοντας ἐκεῖ πῆγε στὴ Μονὴ τῶν Ἰβήρων, ὅπου ἔμεινε πέντε μῆνες διακονώντας στὸ Ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς καὶ ἀγωνιζόμενος ἀσκητικὰ ἔχοντας ὁδηγὸ τὸν κοινὸ τῶν Πατέρων τοῦ Ὄρους πνευματικό, τὸν Παπᾶ Σέργιο. Κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἐκεῖ παραμονῆς του συνάντησε καὶ τὸν Ὅσιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος τὸν στήριξε πνευματικὰ καὶ τὸν προετοίμασε γιὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου. Ἀγωνιζόμενος νυχθημερὸν μὲ νηστεῖες, προσευχὲς καὶ πύρινα δάκρυα μετανοίας, ἄναψε στὴν καρδιά του ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὴ Ρόδο καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ ἐκεῖ, ὅπου τὸν ἀρνήθηκε. Ἐξομολογήθηκε στοὺς Πατέρες τὴν ἐπιθυμία του γιὰ τὸ μαρτύριο ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι ἀρχικὰ τὸν ἀπέτρεψαν. Ὅταν ὅμως διαπίστωσαν τὴ γνησιότητα τοῦ φρονήματός του, ἔδωκαν τὴν εὐλογία τους.
Φτάνοντας ὁ Κωνσταντῖνος στὴ Ρόδο παρουσιάστηκε στὸν Χασὰν Πασᾶ φορώντας τὸ μαῦρο ράσο καὶ τὸν σκοῦφο τῶν Μοναχῶν καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του, δηλώνοντας ὅτι μετάνοιωσε γιὰ τὸ σφάλμα του καὶ ἐλέγχοντας τὸν πρώην ἀφέντη του γιὰ τὸ κακὸ ποὺ προκάλεσε στὴν ψυχή του. Ὁ Πασᾶς προσπάθησε κατ᾿ ἀρχὰς μὲ ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες νὰ τὸν μεταπείσει, ὅταν ὅμως διαπίστωσε τὸ ἀμετάπειστο τοῦ φρονήματός του διέταξε νὰ τὸν φυλακίσουν. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες διέταξε νὰ τὸν φέρουν μπροστὰ ἀλλὰ πάλι ἄκουσε τὰ ἴδια ἀπὸ τὸ στόμα του. Τότε διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν ἀλύπητα, νά τὸν σύρουν στοὺς δρόμους, νὰ ξεσχίσουν μὲ ἄγκιστρα τὶς σάρκες του καὶ νὰ θραύσουν τὴ σιαγόνα του. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέμεινε μὲ καρτερία ὁ ἀνδρεῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ φωνάζοντας, ὅπως ὁ εὐγνώμων ληστής· «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Ὅταν οἱ ἀλιτήριοι κουράστηκαν νὰ τὸν βασανίζουν, τὸν ὁδήγησαν στὴ φυλακή. Τὴν ἐπαύριο τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι μπροστὰ στὸν διοικητή, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀλύπητα. Αἱμόφυρτο καὶ ἡμιθανῆ τὸν ἔριξαν ἐκ νέου στὴ φυλακή, ὅπου τοῦ παρουσιάστηκε μέσα σὲ φωτεινὴ δόξα ὁ Χριστὸς καὶ θεράπευσε τὶς πληγές του.
Μετὰ τρεῖς μέρες ὁ διοικητὴς διέταξε νὰ τὸν ξαναφέρουν μπροστά του. Ὅταν τὸν εἶδε νὰ ἔχει θαυματουργικὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὶς πληγὲς καὶ νὰ εἶναι σῶος καὶ ἀβλαβής, διέταξε νὰ τὸν κλείσουν καὶ πάλι στὴ φυλακὴ καὶ νὰ δεσμεύσουν τὰ πόδια του στὸ τιμωρητικὸ ξύλο. Τὴ νύκτα ὅμως φωτίστηκε ὅλη ἡ φυλακὴ καὶ ὁ Μάρτυς λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά του. Ὁ Διοικητὴς μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς διέταξε νὰ τὸν βασανίζουν καθημερινὰ μὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἕνας Χριστιανὸς τὸν ἐπισκεπτόταν κατὰ διαστήματα μεταφέροντάς του κρυφὰ τὴν Θεία Κοινωνία καὶ ἐμψυχώνοντάς τον νὰ παραμείνει πιστὸς μέχρι θανάτου.
Ὕστερα ἀπὸ πέντε μῆνες ἐγκλεισμοῦ τοῦ Μάρτυρος στὴ φυλακή, βλέποντας ὁ διοικητὴς ὅτι τὰ βασανιστήρια δὲν μπόρεσαν νὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ προσδοκοῦσε, διέταξε τὴν καταδίκη του σὲ θάνατο. Προηγουμένως ὅμως, ἐπειδὴ φοβόταν τὴν ἀντίδραση τῶν Ὑδραίων ποὺ εἶχαν ἰσχυρὲς προσβάσεις στὴν Ὑψηλὴ Πύλη, ἔγραψε στὸν Ὑδραῖο καπετὰν Γιώργη τὸν Βούλγαρη καὶ ζητοῦσε τὴ γνώμη του. Ὁ Κωνσταντῖνος, ὅταν τὸ πληροφορήθηκε, ἔγραψε καὶ αὐτὸς στὸν Ὑδραῖο καπετάνιο καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ μὴν ἐμποδίσει τὸ μαρτύριό του. Πράγματι ἐκεῖνος σεβάστηκε τὴν ἐπιθυμία του καὶ ἀπάντησε στὸν Πασᾶ νὰ πράξει κατὰ τὴν κρίση του. Ὁ Μάρτυς τρεῖς ἡμέρες πρὶν προεῖδε τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του καὶ ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων μυστηρίων. Τὰ χαράματα τῆς Τετάρτης 14 Νοεμβρίου, οἱ δήμιοι τὸν ὁδήγησαν στὸ Μανδράκι, ὅπου τὸν ἀπαγχόνισαν πάνω σὲ ἕνα πλάτανο καὶ ἔτσι ἔλαβε ὁ μακάριος τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Ὁ διοικητὴς διέταξε νὰ πετάξουν τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος πάνω σὲ ἕνα σωρὸ ἀπὸ ξύλα, ποὺ βρισκόταν δίπλα στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Τὸ πρωΐ, προτοῦ ἀκόμα πληροφορηθοῦν οἱ Τοῦρκοι τὸ γεγονός, ἔδωσε τὴν ἄδεια στοὺς Χριστιανοὺς νὰ τὸ πάρουν καὶ ἐκεῖνοι, μὲ προεξάρχοντα τὸν τότε Μητροπολίτη Ρόδου Ἀγάπιο, τὸ μετέφεραν στὸ Ναὸ τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Νεοχωρίου, ὅπου καὶ τὸ ἐνταφίασαν πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα.
Τρία χρόνια ἀργότερα ἦλθε στὴ Ρόδο ἡ μητέρα του, ἔχοντας συστατικὲς ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν καπετὰν Γιώργη Βούλγαρη, καὶ ζήτησε νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ νὰ πάρει τὸ τίμιο λείψανο στὴν Ὕδρα. Ὁ Μητροπολίτης Ἀγάπιος τὴν ἐφοδίασε μὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀρχιερέα καὶ τοὺς προκρίτους τῆς Ὕδρας, ὅπου ἐξιστοροῦσε τὰ γεγονότα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Νεομάρτυρος καὶ τὰ γενόμενα διὰ τῆς χάριτός του θαύματα. Κατὰ τὴν ἀνακομιδὴ ὁ ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ παπᾶ Ἰωάννης κράτησε τὴν ὠλένη τῆς χειρὸς τοῦ Μάρτυρος, ἡ ὁποία βρίσκεται μέχρι σήμερα στὸν ἱερὸ Ναὸ τῆς Θεοτόκου, ὅπου καὶ ἡ μνήμη του κατ᾿ ἔτος ἐπιτελεῖται.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσεβείας τὸ ῥόδον, τὸ εὐωδέστατον, τὸ μέγα κλέος τῆς Ῥόδου, καὶ πολιοῦχον στεῤῥόν, Κωνσταντῖνον οἱ πιστοὶ ἀνευφημήσωμεν, ὅτι Μαρτύρων τὴν ὁδόν, διανύσας ἐπὶ γῆς, ἐν οὐρανοῖς ἐδοξάσθη, καὶ πρεσβεύει νῦν τῇ Τριάδι, ἐν παῤῥησίᾳ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
῾Εορτάζει σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, Κωνσταντῖνε ἔνδοξε, ἀγαλλομένη ἡ Ῥόδος, ἄθλοις σου, τοῖς ὑπὲρ φύσιν ἁγιασθεῖσα, μέγαν δέ, ἀπολαβοῦσά σε πολιοῦχον, καὶ πιστῶς σοι ἀνακράζει· Χαίροις ὁ θεῖος προστάτης καὶ φύλαξ μου.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Κωνσταντῖνε Μάρτυς Χριστοῦ, τῆς ὁμολογίας, ὁ οὐράνιος θησαυρός· χαίροις ὁ ἐν Ῥόδῳ, ἀνδρείως μαρτυρήσας, καὶ ταύτης πολιοῦχος, ὑπάρχων μέγιστος.



Ακολουθία

Παρακλητικός Κανών

Χαιρετισμοί

Οκτώηχοι Κανόνες

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

     

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων και το όραμα με την ελεημοσύνη

Κάποτε όταν ήμουν μόλις δεκαπέντε χρονών, διηγείται ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, είδα μια νύχτα στον ύπνο μου μια ωραιοτάτη κοπέλα, τόσο πανέμορφη που δεν μπορώ να περιγράψω την ομορφιά της. Με πλησίασε και με ξύπνησε. Την ξαναβλέπω κοντά μου. Έλαμπε ολόκληρη από ένα ωραιότατο παράδοξο φως. Δεν ήταν όνειρο, ήταν μια ζωντανή πραγματικότητα.
-Ποια είσαι, τη ρωτάω. Από πού έρχεσαι, τι θέλεις;
Μου χαμογέλασε και με πολύ γλυκειά φωνή μου είπε.
-Είμαι η πρωτότοκος κόρη ενός μεγάλου βασιλεως, τον οποίον θα σου γνωρίσω εάν με εκτιμήσεις αληθινά. Έχω όλη την εμπιστοσύνη του. Όταν κατέβηκε στη γη και έλαβε σάρκα και οστά, εμένα συμβουλεύτηκε. Είμαι η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η αγάπη.
Και αμέσως εξαφανίστηκε.
Το θείο αυτό όραμα με απασχόλησε όλη τη νύχτα.
Το πρωί σηκώθηκα, ντύθηκα καλά, γιατί έκανε δυνατό κρύο, ήταν χειμώνας, και κατευθύνθηκα προς την εκκλησία για την πρωινή ακολουθία και Θεία Λειτουργία. Καθώς προχωρούσα, παρόλο που ήτο πολύ πρωί και με πολύ κρύο, συνάντησα στο δρόμο ένα ζητιάνο. Έτρεμε από το κρύο. Έβγαλα αμέσως το ζεστό μανδύα που φορούσα, τον τύλιξα στον ζητιάνο και συνέχισα το δρόμο μου. Λίγο πριν φθάσω στην εκκλησία συνήντησα έναν νέο άνδρα ωραιότατον, και όλως παραδόξως ντυμένο στα λευκά.
-Φίλε, μου είπε, σου προσφέρω αυτό το δώρο.
Και μου έδωσε ένα βαλάντιο γεμάτο νομίσματα χρυσά. Το πήρα με απορία. Και παρά την ανεξήγητη χαρά που ένοιωσα, σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να τα δεχθώ, αφού δεν τα είχα ανάγκη. Έτσι γύρισα για να επιστρέψω το βαλάντιο. Ο άγνωστος όμως δωρεοδότης είχε εξαφανιστεί. Και τότε φωτίσθηκα και κατάλαβα. Όση ελεημοσύνη δίνεις στον πλησίον σου για την αγάπη του Θεού, αυτή επιστρέφεται εκατονταπλάσια, για να συνεχίζεις το έργο της αγάπης. Από τότε απεφάσισα, να είμαι αδιακρίτως ελεήμων. Και να αφοσιωθώ στην εξυπηρέτηση των πτωχών και δεινοπαθούντων μέχρι το τέλος της ζωής μου. Ανεξάρτητα αν μερικοί απ’ αυτούς, το εκμεταλλεύονταν αυτό. Γι’ αυτό και πήρε το όνομα, ο Άγιος αυτός, Ελεήμων. Ελεούσε αδιακρίτως. Αυτά μας διηγείται.
Να τον μιμηθούμε κατά το δυνατόν; Ε, έστω και λίγο και μετά διακρίσεως. Τώρα δεν είναι ο καιρός να βάζουμε τον οποιονδήποτε στο σπίτι μας … Τώρα έχουμε εγκληματίες, έχουμε φονιάδες, έχουμε κακοποιούς, έχουμε κλέφτες, έχουμε λωποδύτες και χίλια δυο άλλα πράγματα. Μας ταλαιπωρούν και στο δρόμο και στο λεωφορείο, και στο τραμ, γι’ αυτό είπα μετά διακρίσεως… Θα ζητάμε από τον Θεόν να μας βοηθήσει. Και να μας φωτίσει, πότε, πού και πώς. Θέλεις πού, πότε, ποιόν και πως.

http://agia-varvara.blogspot.com/2010/07/blog-post.html