ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!! ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!/!

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ

Σήμερα Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013 είχαμε τη μεγάλη χαρά να υποδεχτούμε το 32 Δημοτικό σχολείο! Μετά τη Θ. Λειτουργία τα παιδιά με τη συνεργασία και βοήθεια των δασκάλων τους, προσέφεραν δέματα με τρόφιμα για τους αναγκεμένους αδελφούς της ενορίας μας.


Την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013 μας επισκέφθηκε το Γυμνάσιο της ενορίας μας προσφεροντας μας δέματα αγάπης για τα γεύματα που προσφέρει η ενορία μας.












Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ τιμωρία τῆς μνησικακίας


    Ὁ πρεσβύτερος Τίτος καὶ ὁ διάκονος Εὐάγριος ἦταν συμμοναστὲς στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου.
    Ὁ διάβολος, ποὺ πάντοτε σπέρνει ζιζάνια, δημιούργησε ἔχθρα ἀνάμεσά τους. Κι ἐνῶ πρῶτα ἦταν ἀγαπημένοι, ἔφτασαν τώρα στὸ σημεῖο νὰ μὴ θέλουν νὰ ἰδωθοῦν.
    Στὴν ἐκκλησία δὲν θύμιαζε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Κι ὅταν ὁ ἕνας θύμιαζε, ὁ ἄλλος ἔφευγε μακριά.
    Οἱ ἄλλοι μοναχοὶ πάσχιζαν νὰ τοὺς συμφιλιώσουν, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα.
    Κάποτε ὁ πρεσβύτερος Τίτος ἀρρώστησε βαριά. Συνῆλθε τότε καὶ κάλεσε μετανοημένος τὸν Εὐάγριο γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν. Ἐκεῖνος ὅμως ἀρνήθηκε νὰ τὸν συγχωρήσει, κι ἄρχισε ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν καταριέται καὶ νὰ τὸν βρίζει. Τὸν ἅρπαξαν τότε καὶ τὸν ἔφεραν μὲ τὴ βὶα στὸν ἄρρωστο.
    -Συγχώρησε μέ, ἀδελφέ, ἱκέτεψε ὁ Τίτος μὲ δάκρυα, μόλις τὸν εἶδε.
    -Ποτὲ δὲν θὰ συμφιλιωθῶ μαζί σου οὔτε σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ οὔτε στὴν ἄλλη, δήλωσε ἄσπλαχνα ὁ Εὐάγριος.
    Τὴν ἴδια ὅμως στιγμὴ ἔπεσε κάτω νεκρός. Ἀντίθετα ὁ Τίτος σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι ὑγιὴς καὶ διηγήθηκε στοὺς πατέρες τὰ ἀκόλουθα:
    Εἶχα φτάσει κοντὰ στὸ θάνατο, χωρὶς νὰ ἔχω συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Εὐάγριο. Καὶ τότε, τί νὰ δῶ! Μὲ πλησίασαν Ἄγγελοι, ἀλλὰ ἔφυγαν ἀμέσως κλαίγοντας γιὰ τὸ χαμὸ τῆς ψυχῆς μου. Τότε ἦρθαν κοντά μου οἱ δαίμονες, χαρούμενοι ποὺ θὰ μὲ κέρδιζαν, ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς καὶ τῆς μνησικακίας. Γι’ αὐτὸ φώναξα νὰ μοῦ φέρετε τὸν ἀδελφὸ νὰ συγχωρεθοῦμε. Ὅταν ὅμως ἔσκυψα στὰ πόδια του κι ἐκεῖνος γύρισε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό του, βλέπω ξαφνικὰ δίπλα μου ἕναν φοβερὸ Ἄγγελο. Κρατοῦσε στὰ χέρια του φλογισμένο ἀκόντιο. Μ’ αὐτὸ τρύπησε ἀνελέητα τὸν Εὐάγριο, ποὺ ἔπεσε νεκρός. Ὕστερα ὁ Ἄγγελος ἅπλωσε τὸ χέρι του σὲ μένα καὶ μὲ σήκωσε. Καὶ νά, εἶμαι ὑγιής!
    Ἡ τιμωρία τοῦ Εὐαγρίου ἀπὸ τὸν Ἄγγελο συγκλόνισε τοὺς ἀδελφούς, κι ἀπὸ τότε ἔγιναν ὅλοι πιὸ σπλαχνικοί.


Ἀπό τό βιβλίο :
«Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῶν Ἀγγέλων»,
Ἔκδοση 2004.
Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Τι είναι Κόλαση και τι Παράδεισος
 
Μια παλιά ιστορία λέει πως ένας άνθρωπος του Θεού αναρωτιόταν τι είναι η Κόλαση και τι ο Παράδεισος. Επειδή ο άνθρωπος αυτός ευαρεστούσε με τον τρόπο της ζωής του το Θεό, ο Θεός τού έστειλε έναν άγγελο, για να του λύσει την απορία.
Ο άγγελος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε μία άγνωστη τοποθεσία. “Θα σου δείξω πρώτα την Κόλαση”, του είπε.
Είδαν εκεί ένα μεγάλο καζάνι, γεμάτο από φαγητό. Γύρω από αυτό στέκονταν άνθρωποι σκελετωμένοι από την πείνα και αγριεμένοι.
“Γιατί δεν τρώνε;”, απόρησε ο ευλαβής άνθρωπος. “Μήπως δεν τους επιτρέπεται;”
“Τους επιτρέπεται”, εξήγησε ο άγγελος. “Πρόσεξε λίγο καλύτερα τα κουτάλια τους. Είναι πολύ μακριά. Μπορούν να πάρουν φαγητό, αλλά δεν μπορούν να το βάλουν στο στόμα τους”, πρόσθεσε.
Ο άνθρωπος παρέμεινε με την απορία.
“Πάμε τώρα, να δεις και τον Παράδεισο”, συνέχισε ο άγγελος και τον πήρε από το χέρι.
Πήγαν λοιπόν σε ένα άλλο μέρος, όπου υπήρχε πάλι ένα καζάνι γεμάτο με φαγητό και γύρω του ανθρώπους. Οι άνθρωποι όμως εδώ ήταν διαφορετικοί: έδειχναν καλοζωισμένοι, γελαστοί, χορτάτοι και ευχαριστημένοι. Ο άνθρωπος πρόσεξε τα κουτάλια τους. Παρατήρησε πως ήταν εξίσου μακριά. Η απορία του μεγάλωσε.
“Περίμενε λίγο και θα δεις”, του είπε ο άγγελος, που κατάλαβε. “Σε λίγο θα αρχίσουν να τρώνε και θα καταλάβεις τι γίνεται”, τον καθησύχασε.
Πραγματικά, μετά από λίγο άρχισαν να τρώνε. Πώς όμως; Αφού ο καθένας δεν μπορούσε να φάει μόνος του, επειδή τα κουτάλια τους ήταν μακριά, άρχισε να ταζει τον άλλον. Έτσι, δεν έμενε κανένας νηστικός!
“Κατάλαβες λοιπόν;” του είπε ο άγγελος, καθώς τον έπαιρνε από το χέρι, για να τον επιστρέψει στη γη. “Κόλαση είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, το δικό του πρόβλημα και τη δική του ικανοποίηση. Και Παράδεισος είναι όταν ο καθένας κοιτάζει τον άλλον, πώς θα τον εξυπηρετήσει. Έτσι, με την αμοιβαία φροντίδα, όλοι μένουν ευχαριστημένοι και κανένας δεν παραπονιέται”.

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Γράφει η Μάρω Σιδέρη για τον Άγιο Πορφύριο
 
 Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του  τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω  συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως  τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε  μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι  με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί  ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις  αποκάλυπτε στη μαμά μου... Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε... δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω... πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με  τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου,  μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή  και πάντα με  την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα,  με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει...
 
 
Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;
Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα  περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη.  Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω  όμως ότι όταν  βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί,  έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε... Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του...
Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν  κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς  με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν   άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!... ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε  να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής... «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;»  με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας  είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν... Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10,  πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»
Από  τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε!  Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5... με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου... ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος  μα παραμένει  ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί  την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που  δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας  που  δε μου απαντά  όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν  από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει  πάντα  όταν του μιλάω  απλά  ως Μάρω...

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013






 
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Αντί οι γέροι να γίνουν όπως τα παιδιά, κάνουν τα παιδιὰ γέρους!


 
 
Γράφετε πόσο αγαπάτε τα παιδιὰ εξαιτίας της υπέροχης ευγνωμοσύνης τους, η οποία έχει χαθεί στους μεγάλους ή έχει περιοριστεί αρκετά. Δίνετε παραδείγματα. Θα σας δώσω και εγὼ ένα. Ο μητροπολίτης της Αγίας Πετρούπολης Ισίδωρος έλεγε συχνὰ πως όταν ήταν παιδὶ ήταν ξυπόλυτος. Κάποιος άνθρωπος ονόματι Πέτρος τον λυπήθηκε και του αγόρασε ένα ζευγάρι γαλότσες με λαστιχένιες σόλες για πέντε καπίκια. Αυτὴ η μικρὴ ευεργεσία χαράχθηκε τόσο βαθιὰ στη μνήμη του μικρού Ισίδωρου, ώστε μετὰ και κατὰ τη διάρκεια πενήντα χρόνων ως ιερέας και ως επίσκοπος συχνὰ στις Λειτουργίες μνημόνευε τον ευεργέτη του Πέτρο.
Παρακάτω γράφετε, ότι ακριβώς επειδὴ αγαπάτε τα παιδιὰ γι’ αυτὸ τα λυπάστε. Διότι ήρθαν δύσκολοι καιροὶ για την παιδικὴ ψυχή, για τον παιδικὸ χαρακτήρα. Οι αντιθέσεις σαν κρύοι άνεμοι κτυπούν τα παιδιὰ στο σπίτι, στο σχολειό και τον δρόμο. Και δεν είναι ότι απλά φέρνουν μπροστὰ στα παιδιὰ δύο ποτήρια, αλλὰ δύο αντίθετες θεωρίες για τη ζωή, την εκπαίδευση, την οικογένεια, την πατρίδα, ακόμα δε περισσότερο μπερδεύουν τα παιδιὰ με αντίθετα παραδείγματα. Θα επιθυμούσατε κάποια ιδιαίτερη εκπαίδευση για τα παιδιὰ που θα τα προστάτευε απὸ τη σύγχρονη ανευθυνότητα και σύγχυση.
Ο Χριστὸς είπε: «Αν δεν αλλάξετε κι αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία του Θεού» (Ματθ. 18,3). Ο Χριστός, λοιπόν, βλέπει μεγαλύτερη ανάγκη στην εκπαίδευση των ενηλίκων παρὰ των παιδιών. Δείχνει τη μέθοδο, πώς πρέπει να εκπαιδευτούν οι ενήλικες. Πολὺ απλά: Κοιτάζοντας τα παιδιά. Αλλά είπε πως πρέπει να εκπαιδεύσουμε και τα παιδιά: «Αφήστε τα παιδία και μην τα εμποδίζετε να έλθουν κοντά μου» (Ματθ. 19.14). Αφήστε τα παιδιὰ να πλησιάσουν τον Χριστὸ και αφήστε τους ενήλικες να πλησιάσουν τα παιδιά. Επειδή ο Χριστὸς δεν διδάσκει μόνο, αλλὰ δίνει και ευλογημένη πνευματικὴ δύναμη ώστε τα παιδιὰ να μπορούν να φέρουν εις πέρας όλα όσα έμαθαν. Ο Χριστὸς είναι η αιώνια νεότητα. Αυτὴ η αιώνια νεότητα καλεί τα παιδιὰ για να τους δωρίσει τη δύναμη για να μην γεράσουν την ψυχή τους, αλλὰ να παραμείνουν για πάντα νέοι, αγαθοὶ και χαρούμενοι άνθρωποι.
Με μιὰ λέξη η σοφία της εκπαίδευσης των παιδιών απὸ τον Χριστὸ έγκειται στο γεγονὸς ότι τα παιδιὰ παραμένουν για πάντα παιδιὰ και δεν μεταμορφώνονται σε γέρους. Αντίθετα μ’ αυτὴ τη σοφία στέκει η σχολικὴ σχολαστικὴ εκπαίδευση που με τη δύναμή της βαραίνει έτσι τα παιδιά, που τα γερνάει όσο το δυνατὸν γρηγορότερα. Προβάλλει τους γέρους ως παράδειγμα, τα διαποτίζει με γερασμένες σήψεις, τους μαραζώνει την καρδιὰ με γεροντικὴ απαισιοδοξία. Αντὶ οι γέροι να γίνουν όπως τα παιδιά, κάνουν τα παιδιὰ γέρους. Και έτσι ούτε οι γέροι μπαίνουν στο Βασίλειο του Χριστού ούτε επιτρέπουν στα παιδιὰ να μπουν. Γι’ αυτὸ αναφέρεται παντού στην Ευρώπη ότι η νεολαία βρίσκεται σε απόγνωση. Ας ευλογήσει ο Χριστὸς να ξανανιώσει η νεολαία της Ευρώπης.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. «Δεν φτάνει μόνο η πίστη»

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ Θεία Κοινωνία
(Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)
    Καὶ σὰν ἔρθει ἡ στιγμὴ τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ πρόκειται νὰ πλησιάσεις τὴν Ἁγία Τράπεζα, πίστευε ἀκλόνητα πὼς ἐκεῖ εἶναι παρὼν ὁ Χριστός, ὁ Βασιλιὰς τῶν ὅλων. Ὅταν δεῖς τὸν ἱερέα νὰ σοῦ προσφέρει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, μὴ νομίσεις ὅτι ὁ ἱερέας τὸ κάνει αὐτό, ἀλλὰ πίστευε ὅτι τὸ χέρι ποὺ ἁπλώνεται εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ λάμπρυνε μὲ τὴν παρουσία Του τὴν τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, Αὐτὸς καὶ τώρα διακοσμεῖ τὴν Τράπεζα τῆς Θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικὰ καὶ ἐξετάζει τοῦ καθενὸς τὴν προαίρεση καὶ παρατηρεῖ ποιὸς πλησιάζει μὲ εὐλάβεια ταιριαστὴ στὸ Ἅγιο Μυστήριο, ποιὸς μὲ πονηρὴ συνείδηση, μὲ σκέψεις βρωμερὲς καὶ ἀκάθαρτες, μὲ πράξεις μολυσμένες. Ἀναλογίσου λοιπὸν κι ἐσὺ ποιό ἐλάττωμά σου διόρθωσες, ποιὰν ἀρετὴ κατόρθωσες, ποιὰν ἁμαρτία ἔσβησες μὲ τὴν ἐξομολόγηση, σὲ τί ἔγινες καλύτερος. Ἂν ἡ συνείδησή σου σὲ πληροφορεῖ ὅτι φρόντισες ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐπούλωση τῶν ψυχικῶν σου τραυμάτων, ἂν ἔκανες κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία, κοινώνησε μὲ φόβο Θεοῦ. Ἀλλιῶς, μεῖνε μακριὰ ἀπὸ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὅταν καθαριστεῖς ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, τότε νὰ πλησιάσεις.
    Νὰ προσέρχεστε λοιπὸν στὴ Θεία Κοινωνία μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ συνείδηση καθαρή, μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Χωρὶς νὰ θορυβεῖτε, χωρὶς νὰ ποδοπατᾶτε καὶ νὰ σπρώχνετε τοὺς διπλανούς σας. Γιατί αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ μεγαλύτερη τρέλα καὶ τὴ χειρότερη περιφρόνηση τῶν Θείων Μυστηρίων.
    Πές μου, ἄνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σὲ πιέζει τάχα ἡ ἀνάγκη νὰ κάνεις τὶς δουλειές σου; Καί σοῦ περνάει ἄραγε, τὴν ὥρα πού πᾶς νὰ κοινωνήσεις, ἡ σκέψη ὅτι ἔχεις δουλειές; Ἔχεις μήπως τὴν αἴσθηση ὅτι εἶσαι πάνω στὴ γῆ; Νομίζεις ὅτι βρίσκεσαι μαζὶ μὲ ἀνθρώπους καὶ ὄχι μὲ τοὺς χοροὺς τῶν Ἀγγέλων; Μὰ κάτι τέτοιο εἶναι δεῖγμα πέτρινης καρδιᾶς…


Ἀπό τό βιβλίο :
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,
Τόμος Γ΄ (Τεύχη 21-30), A΄ Ἔκδοση 2003.
Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013


Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

 

Ἀγαπητὰ πνευματικά μου παιδιά,
Τώρα ποὺ ἀκόμη ἔχω τὰ φρένας μου σώας θέλω νὰ σᾶς πῶ μερικὲς συμβουλές. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὅλο στὶς ἁμαρτίες ἤμουνα. Καὶ ὅταν μὲ ἔστελνε ἡ μητέρα μου νὰ φυλάω τὰ ζῶα στὸ βουνό, γιατί ὁ πατέρας μου, ἐπειδὴ ἤμασταν πτωχοὶ εἶχε πάει στὴν Ἀμερική, γιὰ νὰ ἐργαστεῖ στὴ διώρυγα τοῦ Παναμᾶ γιὰ ἐμᾶς τὰ παιδιά του, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκα τὰ ζῶα, συλλαβιστὰ διάβαζα τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου καὶ πάρα πολὺ ἀγάπησα τὸν Ἅγιο Ἰωάννη καὶ ἔκανα πάρα πολλὲς προσευχὲς σὰν μικρὸ παιδὶ ποὺ ἤμουν 12 – 15 χρονῶν, δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς καλά, καὶ θέλοντας νὰ τὸν μιμηθῶ μὲ πολὺ ἀγώνα ἔφυγα ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου κρυφὰ καὶ ἦλθα στὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὑποτάχτηκα σὲ δύο γέροντες αὐταδέλφους, Παντελεήμονα καὶ Ἰωαννίκιο. Μοῦ ἔτυχε νὰ εἶναι πολὺ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι καὶ τοὺς ἀγάπησα πάρα πολὺ καὶ γι’ αὐτό, μὲ τὴν εὐχή τους, τοὺς ἔκανα ἄκρα ὑπακοή. Αὐτὸ μὲ βοήθησε πάρα πολύ, αἰσθάνθηκα καὶ μεγάλη ἀγάπη καὶ πρὸς τὸν Θεό, καὶ πέρασα πάρα πολὺ καλά. Ἀλλά, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, ἀρρώστησα πολὺ καὶ οἱ Γέροντές μου μοῦ εἶπαν νὰ πάω στοὺς γονεῖς μου στὸ χωριό μου εἰς τὸν ἅγιο Ἰωάννη Εὐβοίας. Καὶ ἐνῶ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ εἶχα κάνει πολλὲς ἁμαρτίες, ὅταν ξαναπῆγα στὸν κόσμο, συνέχισα τὶς ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες μέχρι σήμερα ἔγιναν πάρα πολλές.


Ὁ κόσμος ὅμως μὲ πῆρε ἀπὸ καλὸ καὶ ὅλοι φωνάζουνε ὅτι εἶμαι ἅγιος. Ἐγὼ ὅμως αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ὅσα ἐνθυμόμουνα βεβαίως τὰ ἐξομολογήθηκα, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι γιὰ αὐτὰ ποὺ ἐξομολογήθηκα μὲ συγχώρησε ὁ Θεός, ἀλλὰ ὅμως τώρα ἔχω ἕνα συναίσθημα ὅτι καὶ τὰ πνευματικά μου ἁμαρτήματα εἶναι πάρα πολλὰ καὶ παρακαλῶ ὅσοι μὲ ἔχετε γνωρίσει νὰ κάνετε προσευχὴ γιὰ μένα, διότι καὶ ἐγώ, ὅταν ζοῦσα, πολὺ ταπεινὰ ἔκανα προσευχὴ γιὰ σᾶς, ἀλλὰ ὅμως τώρα ποὺ θὰ πάω γιὰ τὸν οὐρανὸ ἔχω τὸ συναίσθημα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μοῦ πεῖ: Τί θέλεις ἐσὺ ἐδῶ; Ἐγὼ ἕνα ἔχω νὰ τοῦ πῶ. Δὲν εἶμαι ἄξιος, Κύριε, γιὰ ἐδῶ, ἀλλὰ ὅτι θέλει ἡ ἀγάπη σου ἂς κάμει γιὰ μένα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν ξέρω τί θὰ γίνει. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐνεργήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ πάντα εὔχομαι τὰ πνευματικά μου παιδιὰ νὰ ἀγαπήσουν τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ μποῦμε στὴν ἐπίγειο ἄκτιστο ἐκκλησία Του. Γιατὶ ἀπὸ ἐδῶ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε. Ἐγὼ πάντα εἶχα τὴν προσπάθεια νὰ προσεύχομαι καὶ νὰ διαβάζω τοὺς Ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων μας καὶ εὔχομαι καὶ ἐσεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο. Ἐγὼ προσπάθησα μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν πλησιάσω τὸ Θεὸ καὶ εὔχομαι καὶ σεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο.
Παρακαλῶ ὅλους σας νὰ μὲ συγχωρέσετε γιὰ ὅ,τι σᾶς στεναχώρησα.
 Ἱερομόναχος Πορφύριος Ἐν Καυσοκαλυβίοις τῇ 4/7 Ἰουνίου 1991

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Μετὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ
(Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)




    Ἐμεῖς ἂς ἀναχωροῦμε ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία σὰν λιοντάρια ποὺ βγάζουν φωτιά, ἔχοντας γίνει φοβεροὶ ἀκόμα καὶ στὸ διάβολο. Γιατί τὸ Ἅγιο αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ κοινωνοῦμε, ποτίζει τὴν ψυχή μας καὶ τῆς δίνει μεγάλη δύναμη. Ὅταν τὸ μεταλαμβάνουμε ἄξια, διώχνει τοὺς δαίμονες μακριὰ καὶ φέρνει κοντά μας τοὺς Ἀγγέλους καὶ τὸν Κύριο τῶν Ἀγγέλων. Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, μ’ αὐτὸ λούζεται ἡ ψυχή, μ’ αὐτὸ στολίζεται. Αὐτὸ τὸ αἷμα κάνει τὸ νοῦ μας λαμπρότερο ἀπὸ τὴ φωτιά, αὐτὸ κάνει τὴν ψυχή μας λαμπρότερη ἀπὸ τὸ χρυσάφι.
    Προσελκύστε λοιπὸν τοὺς ἀδελφούς μας στὴν ἐκκλησία, προτρέψτε τοὺς πλανημένους, συμβουλέψτε τους ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα. Κι ἂν ἀκόμα τίποτα δὲν πεῖς, ἀλλὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ἱερὴ σύναξη, δείχνοντας στοὺς ἀπόντες – καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση καὶ μὲ τὸ βλέμμα καὶ μὲ τὴ φωνὴ καὶ μὲ τὸ βάδισμα καὶ μ’ ὅλη σου τὴ σεμνότητα – τὸ κέρδος ποὺ ἀποκόμισες ἀπὸ τὸ ναό, αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ παραίνεση καὶ συμβουλή. Γιατί ἔτσι πρέπει νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ ναό, σὰν ἀπὸ ἱερὰ ἄδυτα, σὰν νὰ κατεβαίνουμε ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς οὐρανούς. Δίδαξε ὅσους δὲν ἐκκλησιάζονται ὅτι ἔψαλες μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, ὅτι ἀνήκεις στὴν οὐράνια πολιτεία, ὅτι συναντήθηκες μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μίλησες μαζί Του. Ἂν ἔτσι ζοῦμε τὴ Θεία Λειτουργία, δὲν θὰ χρειαστεῖ νὰ ποῦμε τίποτα στοὺς ἀπόντες. Ἀλλὰ βλέποντας ἐκεῖνοι τὴ δική μας ὠφέλεια, θὰ νιώσουν τὴ δική τους ζημιὰ καὶ θὰ τρέξουν γρήγορα στὴν ἐκκλησία, γιὰ ν’ ἀπολαύσουν τὰ ἴδια ἀγαθά, μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰώνια ἀνήκει ἡ δόξα. Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο :
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,
Τόμος Γ΄ (Τεύχη 21-30), A΄ Ἔκδοση 2003.
Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Μια συζήτηση με την μοναχή Χρυσαφένια
Το 1984 στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα ο μακαριστός Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κυρός Ιερόθεος, μαζί με τον τότε Πρωτοσύγκελλό του (νυν Μητροπολίτη της αυτής επαρχίας κ. Εφραίμ) και τον Αρχιερατικό Επίτροπο της νήσου π. Δαμασκηνό Χόντο συναντούσαν την μακαριστή μοναχή Χρυσαφένια. Σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν να καταθέσει η γερόντισα μοναχή τις αναμνήσεις της από τον Άγιο Νεκτάριο, τον οποίο όχι απλώς γνώρισε από την παιδική ηλικία, αλλάείχε την ευλογία να ζήσει κοντά του, κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, στην Μονή του και να δεχθεί στοργή ιδιαίτερη απόαυτόν. Η μαρτυρία της είναι σημαντική, γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο που ηαγιότητα καθρεφτίζεται σε μια παιδική ματιά, σε μια παιδική ψυχή.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Με τη Γερόντισσα Μαγδαληνή, Χρυσαφένια, πόσα χρόνια γνωρίζεστε;
Μον. Χρυσαφένια: Από μικρό παιδάκι. Στο Μονα­στήρι πήγα πεντέμισι χρονών! Στην πρώτη τάξη. [...] Πήγαινα-κατέβαινα γιατί πήγαι­να σχολείο. Κάποτε αρρώστη­σα. Με πόνεσε το μάτι μου. Με πήγαν σ’ όλους τους γιατρούς και θεραπεία δεν είχα. Αντί κα­λύτερα, έγινα χειρότερα.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Τί είχε το μάτι σας; Ποιό ήταν;
Μον. Χρυσαφένια:Άσπρο ήταν, το δεξιό. Δεν έβλεπα απ’ αυτό. Με παίρνει μία θεία μου και λέει: «Την πήγαμε στους γιατρούς. Έχουμε όμως και ανώτερους «γιατρούς» στην Αίγινα! Θα την πάμε στο Σεβασμιώτατο να τη σταυρώσει με την Αγία Λόγχη».
Όταν λοιπόν ήρθαμε στην Αίγινα, της λέω «καλέ θεία, πάμε στο Δεσπότη που είπες να με σταυρώσει με την Αγία Λόγχη». Νόμιζα -μικρό παιδάκι καθώς ήμουν- πώς ήταν φάρμακο η Αγία Λόγχη! Δεν ήξερα. Αυτοκίνητα τότε δεν υπήρχαν. Παίρνει η θεία μου ένα γαϊδουράκι και καθίζει. Εμένα μ’ έβαλε στα καπούλια. Όταν φτάσα­με στους Αγίους Πάντες, μου δείχνει το Μοναστήρι.
 Εκεί θα πάμε, μου λέει. Θα δούμε και τον Παππούλη, να σε σταυρώσει.
Θεία, της λέω, θα κατέβω.
Κατεβαίνω από το ζώο και κάνω τρεις μετάνοιες.
Παναγίτσα μου, έλεγα κοιτάζοντας στον Ουρανό, Χριστούλη μου κι εγώ εδώ να κατοικήσω! Να γίνω καλόγρια! Στο Μοναστήρι εδώ…
Κατεβαίνει κι η θεία μου κι έφαγα φάπες!
Δεν θα ξανακατέβεις από το ζώο μέχρι να φτάσουμε στο Μοναστήρι, μου λέει.
Όχι, θεία μου. Δεν θα ξανακατέβω.
Φτάσαμε στο Μοναστήρι. Στην Αγία Τριάδα. Ο Σεβασμιώτατος καθόταν πίσω, στη μουριά. Είχε μία πολυθρονίτσα κι ένα σκαμνάκι ψαθωτό στα ποδαράκιά του.
Να ο Παππούλης που θα σου κάνει το ματάκι σου καλά· μου λέει η θεία μου.
Πάω και τον χαϊδεύω στα ποδαράκιά του και του λέω:
Παππουλάκι μου σ’ αγαπάω, μα πόσο σ’ αγαπάω! Από τη γη ίσαμε τον ουρανό! Κι αν θα μου κάνεις το ματάκι μου καλά, θα σ’ αγαπάω ακόμα περισσότερο!
Κάθησα στο σκαμνάκι που ήταν στα πόδια του και τονπαρακαλούσα:
Έλα, Παππούλη, να μου κά­νεις το ματάκι μου καλά.
Σηκώθηκε ο Σεβασμιώτατος, ο Άγιος Νεκτάριος, και πήγαμε στην Εκκλησία. Παίρνει την Αγία Λόγχη και με σταυρώνει. Εγώ περίμενα και φάρμακο να μου δώσει! Λέει τότε ο Σεβασμιώτατος στη Γερόντισσα Χριστοδούλη:
Δώσε στη θεία της μερικά τριαντάφυλλα του επιταφίου νατα βράσει, να της πλύνει το ματάκι της.
Τα πήρε η θεία μου. Βγαίνοντας όμως από την πόρτα της Εκκλησίας, το μάτι μου ήταν εντελώς καλά! Είδα το φως μου! Καθάρισε το μάτι μου. Που να φύγω από τον παππού…
Παππουλάκι μου, δεν φεύγω ό,τι και να μου πείτε!
Άμε παιδί μου στο σχολείο, να μάθεις και γράμματα, να ‘σαι και χρήσιμη στο Μοναστήρι.
Όχι, Παππούλη μου, δεν φεύγω! Θα κάτσω στο Μο­ναστήρι. Εδώ κοντά σου.
Πάω και κρύβομαι σε κάτι καναπέδες πού ‘χουνε στο «Γεροντικό». Φαινόντουσαν μόνο τα ποδαράκιά μου. Οι καλόγριες λέγαν μεταξύ τους: «η μικρη φοβήθηκε και θα πήρε το δρόμο κι έφυγε».Ο Άγιος Νεκτάριος τους είπε:
«Δεν έχει φύγει. Θα την εύρω εγώ».
Έρχεται και με βρίσκει στο «Γεροντικό».
Έλα, παιδί μου, μου λέει, βγες έξω.
Βγήκα. Η θεία μου έκλαιγε:
Θα το μάθει ο πατέρας σου στην Αμερικήκαι θα χάσετε και το ψωμί. Δεν θα ‘χετε ψωμάκι να φάτε…
 Εμείς θα ‘χουμε πιο πολλά, αν έρθω εγώ στο Μοναστήρι, της έλεγα. Δεν έρχομαι κάτω.
Άμε, παιδί μου, λέει ο Άγιος.Άμε και θα στέλνω εγώ τη Γερόντισσα Αθανασία, τη Γερόντισσα Δαμιανή -πού κατεβαίνουνε και ψωνίζουν- και θα σε φέρνουν με το ζώο.
Θυμάμαι και το ζώο πώς το λέγανε. Είχαν ένα μικρό ζώο και το λέγανε «Λίζα». Το θυμάμαι γιατί ανέβαινα στα καπούλια και ακολουθούσα στα ψώνια τη Γερόντισσα Δαμιανή, τη Γερόντισσα Αθανασία, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα. Στο σπίτι μας μένανε.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Τότε για πρώτη φορά γνώρισες το Σεβασμιώτατο;
Μον. Χρυσαφένια:Ναι. Πεντέμισι χρονών. Τότε που μου έκανε το μάτι μου καλά. Συνέχισα να πηγαίνω σχολείο.Ερχόντουσαν και με παίρναν η Γερόντισσα Δαμιανή, η Γερόντισσα Αθανασία…
Είχε να με δεί κάποτε ο Σεβασμιώτατος καμιά βδομάδα. Με βλέπει στο όνειρό του.Όταν είχαν συμβούλιο με τις καλόγριες, τη Γερόντισσα Ξένη, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα, τη Γερόντισσα Χαριτίνη -παλαιές καλόγριες- τις ρώτησε για μένα.
Είναι αρρωστη, Σεβασμιώτατε, και δεν σας το είπαμε.
Απόψε την είδα στ’ όνειρό μου. Φόραγε μια χρυσή φορεσιά και της πέρασα κι ένα χρυσό σταυρό! Έπρεπε να μου το ‘χατε πει…
Μόλις βγήκαν οι καλογριές έξω, έρχεται η Γερόντισσα Ακακία στο κελλί. Στο δικό της κελλί έμενα. Μου είχαν ένα ντιβανάκι κι έμενα. Δίπλα στο «σχολείο». Πήγα στο Σεβασμιώτατο.
Καλώς την οσία Χρυσαφένια! Καλώς το καλό μου παιδί!
Του φίλησα το χεράκι, τα ποδαράκιά του.
Παππουλάκι μου, Παππουλάκι μου, είχ’ αρρωστήσει αλλά το μυαλό μου κι ο λογισμός μου ήταν εδώ!
Κάθησε, παιδί μου.
Παίρνει το ωμοφόριο και το πετραχήλι και με «διαβάζει».
Από σήμερα να μην ακούσω να σε φωνάζουνε Δημητρούλα!Όταν ακούς το ‘νομα «Χρυσαφένια» θ’ απαντάς! Να να το μάθουν οι καλογριές[...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Πήγαινες εν τω μεταξύ στο σχολείο;
Μον. Χρυσαφένια:Μάλιστα. Έβγαλα μέχρι και την Τετάρτη. Μου ‘λεγαν να πάω και παραπέρα, αλλά εγώ δεν ήθελα, γιατί φοβόμουν να μη χάσω το Μοναστήρι! Δώδεκα χρονών ήμουνα όταν κοιμήθηκε ο Άγιος Νεκτάριος· το 1920. Καμιά φορά με ρώταγε ο Άγιος:
Πόσων χρονών είσαι, παιδί μου;
Ξέρω ‘γώ, Παππούλη; Του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έχω γεννηθεί!..
Χρυσό στόμα, παιδί μου, να ‘χεις! μου ‘λεγε και χαμογελούσε.
Μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε πάνω στηνΕπισκοπή. Στο δρόμο με ρωτούσε:
Σήμερα, παιδί μου, είναι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Γιατί τον λένε Πρόδρομο;
Το επώνυμό του ήταν, Παππούλη! του λέω εγώ.
Όχι, παιδί μου. Προπορεύτηκε του Χριστού. Γι΄ αυτό.Έξι μήνες είναι μεγαλύτερος από το Χριστό μας, ο Άγιος Ιωάννης.
Άλλη μια μέρα, τωνΑγίων Αναργύρων, βγήκαμε περίπατο. Κρατούσε ένα καλαμάκι για να στηρίζεται. Το είχα αυτό το καλαμάκι και μου το πήρε μια καλόγρια στην Πάτμο.
Σήμερα, παιδί μου, είναι των Αγίων Αναργύρων, μου λέει. Γιατί τους λέγαν Αναργύρους, τον Κοσμά και τον Δαμιανό;
Το επώνυμό τους ήταν, Παππούλη! του απαντώ.
Όχι, παιδί μου. Ήταν γιατροί και δεν παίρνανε αργύρια. Γι’ αυτό τους λένε Αγίους Αναργύρους.
Και τί είναι, Παππούλη, τ’ αργύρια;
Χρήματα, Χρυσαφένια παιδί μου. Δεν τα ‘παιρναν. Γιάτρευαν δωρεάν.
Κάποια μέρα ήρθε η Ζηνοβία η Λαλαούνη, που σήμερα λέγεται Νεκταρία κι είναι καλόγρια στο Μοναστήρι της Φανερωμένης στο Χιλιομόδι, να με πάρει να πάμε μαζί στο Μεσαγρό. Πήγαμε στη Γερόντισσα Ξένη να πάρουμε την άδεια.
Να πας στον Παππού σου να το πεις, μου λέει η Ηγουμένη.
Πήγαμε στο Σεβασμιώτατο. Του λέω:
Παππουλάκι μου, να πάω κι εγώ στο Μεσαγρό, πού φοβάται η Ζηνοβία να πάει μόνη της;
Όχι, παιδί μου. Η μανούλα σου ξέρει πώς είσαι στο Μοναστήρι. Αν σου συμβεί τίποτα; Να πας από πίσω από το Μοναστήρι, πού ‘ναι γύρω-γύρω οι πεζουλίτσες να τη βλέπεις ώσπου να χαθεί στο μονοπάτι η Ζηνοβία.
Εγώ τότε στενοχωρημένη, λέω από μέσα μου ούτε καν το ψιθύρισα:
Με υποχρέωσες, Παππούλη!
Γυρίζει ο Άγιος και μου λέει:
Με υποχρέωσες, παππούλη!
Παππούλη μου, δεν το φώναξα! Από μέσα μου το είπα! [...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Τί άλλο θυμάσαι, Χρυσαφένια;
Μον. Χρυσαφένια:Θα σας πω τότε πού ήρθε ο Δεσπότης ο Μελέτιος (σ.σ. πρόκειται για το Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκι, κατοπινό Οικουμενικό Πατριάρχη). Είχαν ανάψει λαμπάδες οι καλογριές. Εμένα μου ‘χαν δώσει το καλαθάκι με τα τριαντάφυλλα. Το κρατούσα και παίρναν από ‘κεί και τον ραίνανε! Όταν έφυγε ο Μελέτιος, ο Άγιος Νεκτάριος ήταν στενοχωρημένος. Πλησίασα:
Γιατί, Παππουλάκι μου, είσαι στενοχωρημένος; Τί έχεις;
Παιδί μου, θα μας πάρεις στο σπίτι σας;
Μα τί να κάνετε στο σπίτι μας! Ευχαρίστως, Παππούλη…
Να μείνουμε εκεί…
Στάσου, Παππουλάκι, να μετρήσω τα κρεβάτια.
Τα μέτραγα, τα μέτραγα. Μου φαίνονταν λίγα.
Δεν μας παίρνει, Παππούλη.
Αλλά γιατί να φύγουμε από το Μοναστήρι; Εγώ θέλω στο Μοναστήρι να μείνω. Θέλω με τις καλόγριες.
Πήγαινε λοιπόν, παιδί μου, στην Παναγία του πρόναου και κάνε μια προσευχή.
Δεν μου ‘πε τί προσευχή να κάνω. Πήγα και γονάτισα στην Παναγία κι έλεγα:
Παναγία μου, εξολόθρευτον! Παναγία μου, εξολόθρευτον!
Άργησα στην προσευχή. Πάει η Γερόντισσα Χαριτίνη και λέει στο Δεσπότη:
Θα φοβήθηκε η μικρή, Σεβασμιώτατε, κι έφυγε…
-Όχι, Γερόντισσα Χαριτίνη. Δεν έφυγε. Στην Εκκλησία είναι. Άμε φέρτηνε.
Έρχεται και με παίρνει η Γερόντισσα Χαριτίνη. Με πάει στο Σεβασμιώτατο:
Παιδί μου, τί έλεγες τόσες ώρες;
Παππουλάκι μου, έλεγα να τον εξολοθρεύσει ο Θεός, να πεθάνει για να σώσουμε το Μοναστήρι!
Παιδί μου! Έλεγες εσύ τέτοια πράγματα; Το στόμα σου πρέπει να είναι μέλι και ζάχαρη!
Με γονατίζει πάλι στην Παναγία και μου διαβάζει συγχωρητική ευχή.
Άλλη φορά, παιδί μου, μην τον ξαναπείς αυτό το λόγο. [...]
Άλλη μια φορά είχανε ζυμώσει. Μου κάνανε κουλούρα κάθε φορά πού ζυμώνανε. Μου λέγαν να μην το πω στις άλλες καλογριές. Μια μέρα μου λέει ο Σεβασμιώτατος:
Έλα ‘δω, παιδί μου. Σου κάναν καμιά κουλούρα, πού πας και τις βοηθάς εκεί πού κάνουνε τα ψωμιά;
Μου κάνανε, Παππουλάκι, αλλά μου ‘πανε να μην το πω!
Γέλασε και με σταύρωσε.
Φέρτηνε, να μην τη φας όλη μαζεμένη. Θ’ αρρωστήσεις.
Μόλις μπαίνουνε στο Γεροντικό, έχει ένα μπουφέ. Εκεί μου τα φυλάγανε τα γλυκά για να μην τα τρώω μαζεμένα και πάθω τίποτα. Είχα ένα τραπεζάκι στρογγυλό στο κελλί του Σεβασμιώτατου μπροστά κι έτρωγα. Τις καλές μέρες έτρωγα μαζί με τις αδελφές στο τραπέζι. Αλλά στο μικρό έτρωγα με το Σεβασμιώτατο. [...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος: Έψελνες ποτέ άμα ζούσε ο Άγιος;
Μον. Χρυσαφένια:Με παίρνανε κοντά. Τότε έψελνε η Γερόντισσα Θεοδοσία, η Γερόντισσα Ακακία, η Γερόντισσα Χριστοφόρα.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Ποιά έψελνε καλύτερα απ’ τις τρεις;
Μον. Χρυσαφένια:Η Γερόντισσα Χριστοφόρα. Η Γερόντισσα Θεοδοσία είχε πιο δυνατή φωνή.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Όταν ήρθε ήταν πολυ αρρωστη η Θεοδοσία;
Μον. Χρυσαφένια: Ευμορφία τη λέγανε. Τα θυμάμαι και τα κοσμικά ονόματα.Έβγαζε αφρούς. Γύριζε τα μάτια της. Ο Άγιος την έκανε καλά. Και τη Μητροδώρα. Ήρθε υστερ’ από τον Άγιο. Την έφερε στον τάφο του ο πατέρας της. Πήγανε και τα προβατάκια που κουβάλησαν μαζί τους, γύρω! Εκεί έγινε καλά. Κι η Παρθενία η Κράκαρη ήταν πολύ άρρωστη. Η Γερόντισσα Ακακία, ψάλτρια καλή θυμάμαι και καλή καλογριά.Όλες καλές! Η Γερόντισσα Χαριτίνη είχε τον ξενώνα, εδώ έξω.
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Η Μαγδαληνή, είχε την ακοίμητη προσευχή;
Μον. Χρυσαφένια:Όλη νύχτα. Κάθε βράδυ. Της είχε πει ο Άγιος και προσευχόταν. Την είχε κάνει διακόνισσα. Καθόταν τη νύχτα σε μια καρέκλα έξω στην ταράτσα κι έκανε κομποσχοίνι.Έβγαινα και την έβλεπα. Της έλεγα: «θά κρυώσετε, δεν πάτε μέσα;». Γύριζε γύρω-γύρω το Μοναστήρι και προσευχόταν μέχρι τις 3 πού χτύπαγε το καμπανάκι! Έκανε επίσης με την Αγαθονίκη κι άλλη μιά, οκτάωρες προσευχές. Την είχε μάθει ο Άγιος να λέει το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και το «Θεοτόκε Παρθένε…».Με ρώτησε μια φορά ο Σεβασμιώτατος:
-  Καλό μου παιδί, όταν λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», τί αισθάνεσαι;
- Χορεύει ο Χριστούλης μέσα μου, Παππουλάκι!’Ο,τι μου ‘ρχόταν του ‘λεγα…
- Όταν κοινωνάς, παιδί μου, τί αισθάνεσαι στην ψυχούλα σου;
- Από το στόμα μου ‘ίσαμε την κοιλιά μου χορεύει, του ‘λεγα!
- Μικρό παιδάκι ήμουν. Ό,τι μου ‘ρχόταν στο νου το ‘λεγα!..
- Να σας πω και για τη Γερόντισσα Ευνίκη. Ήταν παράλυτη στο κρεβάτι. Μου λέει ο Αγιος να πάω να της «μάθω» το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Για να της κάνω παρέα. Εκείνης της άρεσε η παρέα μου. Και μου ‘λεγε ότι δεν το ‘μαθε, για να κάθομαι συνέχεια κοντά της!
- Εμένα μου το ‘πε τρεις φορές ο Σεβασμιώτατος και το ‘μαθα. Της έλεγα.
- Εγώ δεν το ‘μαθα, μου απαντούσε χαμογελώντας. Είμαι γριούλα και δεν το ‘μαθα…
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Τί άλλο θυμάσαι, Χρυσαφένια;
Μον. Χρυσαφένια:Κάποτε ήταν ανομβρία. Είχαν κατεβάσει την εικόνα της Παναγίας από τη Χρυσολεόντισσα εδώ στο Μοναστήρι μας. Την είχαν έξω από την εκκλησία και προσκυνούσε ο κόσμος.Έλεγα στη Γερόντισσα Ευνίκη που ήταν παράλυτη:
Καλέ Γερόντισσα, σήκω να προσκυνήσεις κι εσύ! Τόσο μυαλό είχα…
Αφού, παιδί μου, ξέρεις ότι δεν περπατάω…
Θα σε πάρω από το χεράκι. Να προσκυνήσω κι εγώ. Εγώ θα σε πάω. Ξαφνικά σηκώθηκε και πήγε και προσκύνησε μόνη της! Η Παναγία την έκανε καλά! [...]
Μακαρ. Μητρ. Ύδρας κ. Ιερόθεος:Όταν κοιμήθηκε ο Άγιος, ήσουν εδώ;
Μον. Χρυσαφένια:Βέβαια. Πήγα και κάθησα κάτω από το φέρετρο και δεν έφευγα! «Θα πάω κι εγώ με τον Παππούλη μου», τους έλεγα. Με τραβάγαν, η Γερόντισσα Ακακία, οι άλλες, τίποτα εγώ. «θα πεθάνει και τούτο» λέγανε.Όλο έκλαιγα.
Αρρώστησα από τη θλίψη μου. [...]
Μακαρ. Μητροπολίτης Ύδρας κ. Ιερόθεος:Ποιές Μοναχές θυμάσαι;
Μ. Χρυσαφένια:Τη Γερόντισσα Ξένη, τη Γερόντισσα Χαριτίνη, τη Γερόντισσα Θεοδοσία, τη Γερόντισσα Μαγδαληνή, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα, τη Γερόντισσα Κασσιανή, τη Γερόντισσα Ευνίκη, τη Γερόντισσα Ακακία κι άλλες.
Στη Χρυσολεόντισσα πήγα μετά το 1935. Με πήρε η Ηγουμένη Μαγδαληνή. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος την έκανε Ηγουμένη της Χρυσολεόντισσας. Μάλιστα, ο ίδιος ήθελε να με πάρει να μάθω γράμματα. Δεν πήγα, γιατι ήθελα να μείνω για πάντα στο Μοναστήρι…
Η Γερόντισσα Μαγδαληνή με λάτρευε.
Ό,τι κι αν έκανα μου τα συγχώραγε! Γι’ αυτο πήγα πάνω. Στενοχωριόμουνα όμως, γιατι ήμουνα μακριά από το Μοναστήρι του Αγίου. Είδα ένα βράδυ το Σεβασμιώτατο στον ύπνο μου και μου λέει:
Κι εδώ στην Παναγία, κοντά σου είμαι, παιδί μου!
Έτσι ησύχασα.
πηγή: Μανώλη Μελινού, Μίλησα με τον Άγιο Νεκτάριο», Α’ τόμος
αναδημοσίευση από: Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Έτος 19ο, Αριθμός Φύλλου 209, Νοέμβριος 2009

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Πνευματικά και κοσμικά αναγνώσματα

 


ΣΟΥ στέλνω τις Παραινέσεις* του αγίου Αντωνίου, τις οποίες μου ζήτησες. Διάβασέ τες με προσοχή. Θα σε εντυπωσιάσουν. Ο άγιος δεν ήταν εγγράμματος και δεν είχε μελετήσει τα βιβλία των σοφών. Γνώριζε, ωστόσο, απέξω το μεγαλύτερο μέρος της Γραφής. Η χάρη του Θεού σόφισε το νου του, γι’ αυτό και οι διδαχές του είναι, όπως θα διαπιστώσεις, πολύ σοφές. Σύμφωνα με αφηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων,  τα πνευματικά του λόγια , βγαίνοντας από την καρδιά του, ξεχύνονταν σαν χείμαρρος από το στόμα  του και πλημμύριζαν τις καρδιές των ακροατών του, που συχνά περνούσαν ολόκληρες νύχτες ακούγοντάς τον, χωρίς να κουράζονται ή να νυστάζουν. Είχαμε κι εμείς τον π. Σεραφείμ του Σάρωφ, που, παρότι ήταν επίσης αγράμματος , έγινε σοφότερος από τους σοφούς χάρη στην οικείωση της σοφίας του Θεού και των θεοφόρων αγίων πατέρων.
Ο ρόλος των βιβλίων είναι το να μας καθοδηγούν απλώς στην πνευματική ζωή. Αυτή καθαυτή, όμως, η πνευματική γνώση αποκτάται εμπειρικά με τα έργα. Ακόμα κι εκείνο που γνωρίζεται θεωρητικά από την ανάγνωση με πληρότητα και σαφήνεια, εμφανίζεται εντελώς διαφορετικό όταν γνωρίζεται εμπειρικά από την έμπρακτη εφαρμογή του. Η πνευματική ζωή είναι ένας άλλος κόσμος, στον οποίο η σοφία του κόσμου τούτου δεν μπορεί να εισχωρήσει. Αυτό θα το δοκιμάσεις κι εσύ, αν δεν το έχεις ήδη δοκιμάσει. Να προσέχεις και να καλλιεργείς τον εαυτό σου. Σιγά-σιγά θα φτάσεις στο σημείο να μιλάς σοφά ∙ τόσο σοφά, που θα πρέπει να κάθεσαι και να καταγράφεις τα λόγια σου!
Με ρωτάς: «Διαβάζω πολύ. Είναι κακό;». Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εξαρτάται από το τί διαβάζεις και πώς το διαβάζεις. Διάβαζε με ευθυκρισία, αξιολογώντας όλα τα αναγνώσματα με κριτήριο την αυθεντική αλήθεια της πίστεώς μας. Ό,τι συμφωνεί με την πίστη, να το δέχεσαι∙  ό,τι δεν συμφωνεί με την πίστη να το απορρίπτεις ως αντίθετο. Και κάθε βιβλίο με αντίθετο περιεχόμενο να το πετάς μακριά. Έχεις αρχίσει να μελετάς την πνευματική ζωή. Είναι κάτι πολύ σοβαρό και περιεκτικό, κάτι πολύ υψηλό και ευχάριστο, στο οποίο δεν μπορείς παρά να βρεις το υπέρτατο αγαθό. Σ’ αυτό να έχεις στρέψει την προσοχή σου και αυτό μαθαίνεις, τόσο από τα βιβλία όσο και, πολύ περισσότερο από την εμπειρία. Γνωρίζεις ήδη τι λογής βιβλία πρέπει να διαβάζεις. Καταλαβαίνεις, επίσης, πώς πρέπει να ρυθμίσεις την προσωπική σου ζωή. Αν στα σοβαρά επιθυμείς να τραβήξεις αυτό τον δρόμο, τότε ποτέ πια δε θα θελήσεις να μελετήσεις άλλα θέματα. Έχεις φοιτήσει, άλλωστε, στο σχολείο κι έχεις αποκτήσει μιαν ικανοποιητική γενική μόρφωση.
«Μα θα θεωρηθώ καθυστερημένη!»,  θα μου πεις. Τι συμφορά! Καθυστερημένη στο ένα, προχωρημένη στο άλλο, πολύ πιο μπροστά απ’ όλους σ’ ένα τρίτο. Πραγματικά θα ζημιωνόσουν, αν σπαταλούσες τον πολύτιμο χρόνο της ζωής σου για την απόκτηση της ανθρώπινης σοφίας και αδιαφορούσες για τη θεία σοφία. Αφού, όμως, θα προχωρήσεις στη δεύτερη, αν βέβαια κάνεις ό,τι χρειάζεται γι’ αυτό, όχι μόνο δεν θα ζημιωθείς, αλλά και θ’ αποκτήσεις θησαυρό αμύθητο, αγαθά άφθαρτα «που ούτε μάτι τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, ούτε νους ανθρώπου τα έβαλε ποτέ»
( Α΄ Κορ. 2:9 ) . Κι αυτό γιατί η ανθρώπινη σοφία δεν μπορεί να συγκριθεί με την πνευματική.
Δεν απαγορεύεται, βέβαια, να διαβάζεις, πέρα από τα πνευματικά , και άλλα βιβλία. Ωστόσο, αποφεύγοντάς τα, αποφεύγεις το ενδεχόμενο της πνευματικής βλάβης. Γενικά, η ενασχόληση με κοσμικά πράγματα, έστω όχι εφάμαρτα, αποβαίνει σε βάρος της πνευματικής ζωής. Αν αποβλέπεις σε δύο διαφορετικούς σκοπούς, πιθανότατα δεν θα φτάσεις ούτε στον ένα.
Τι θα κάνεις, λοιπόν; Μπορείς να διαβάζεις και μη πνευματικά βιβλία; Θα έλεγα, μολονότι με κάποιαν επιφύλαξη, ότι  μπορείς , αν σου αρέσει, αλλά όχι απεριόριστα και άκριτα. Όταν βρίσκεσαι σε καλή πνευματική κατάσταση, και, διαβάζοντας ένα βιβλίο που περιέχει ανθρώπινη σοφία, η κατάσταση αυτή αρχίζει να σ’ εγκαταλείπει, άφηνε αμέσως το βιβλίο. Να ένας απλός γενικός κανόνας.
Το πνεύμα μπορεί να το καλλιεργήσουν ακόμα και βιβλία που περιέχουν ανθρώπινη γνώση. Είναι εκείνα που μας διδάσκουν τη σοφία, την καλοσύνη, την αλήθεια, την προνοητική παρουσία του Θεού στη φύση και στην ιστορία. Διάβαζε τέτοια βιβλία. Η φύση και  η ιστορία είναι θεϊκά βιβλία για όσους ξέρουν να τα μελετούν. Ο Θείος αυτοαποκαλύπτεται σ’ αυτά, όπως ακριβώς και στις Άγιες Γραφές.
«Και πού μπορεί να βρει κανείς τέτοια βιβλία;», θα με ρωτήσεις. Αυτό δεν το γνωρίζω. Τώρα, πάντως, εκδίδονται και κυκλοφορούνται πολλά τέτοια βιβλία επιστημονικού περιεχομένου, στα περισσότερα από τα οποία επιχειρείται η εξήγηση αφενός της προελεύσεως του κόσμου χωρίς τον Θεό και αφετέρου όλων των πνευματικών εκδηλώσεων του ανθρώπου  χωρίς το πνεύμα και την ψυχή. Μην πιάνεις τέτοια βιβλία, που περιέχουν την ψευδώνυμη γνώση. Μελέτησε την αληθινή επιστήμη. Είναι καλό να κατανοήσεις την κατασκευή των φυτών κι των ζώων, προπαντός του ανθρώπου, καθώς και τους νόμους της ζωής, όπως εκδηλώνονται σ’ αυτά. Πόσο μεγάλη αποδεικνύουν τη θεία σοφία όλα τα δημιουργήματα! Μεγάλη και ακατάληπτη!
Τι γίνεται, πάλι, με τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα; Υπάρχουν και καλά ανάμεσά τους. Για να μάθεις, όμως, αν είναι καλά, πρέπει να τα διαβάσεις. Και διαβάζοντάς τα, θα γεμίσεις το νου σου με τέτοιες ιστορίες και εικόνες, που – «θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου!»- θα μολύνεις την ψυχή σου. Και μετά, άντε να καθαριστείς! Γιατί να υποστείς αυτή την ταλαιπωρία; Νομίζω, λοιπόν, πως είναι καλύτερα να τ’ αποφεύγεις όλα αυτά. Αν κάποιος καλόγνωμος  άνθρωπος, που έχει διαβάσει ένα διήγημα ή μυθιστόρημα, σου το συστήσει, τότε μπορείς να το διαβάσεις κι εσύ. Μπορείς, επίσης, να διαβάζεις ιστορικές πραγματείες, γεωγραφικές περιγραφές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Μην αφιερώνεις , πάντως, χρόνο σε τέτοια αναγνώσματα. Ο νους σου ας είναι σταθερά προσηλωμένος στην πνευματική εργασία και η προσοχή σου ας μην ξεφεύγει απ’ αυτήν.
Ο Κύριος να σ’ ευλογεί!


«Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000